Η βιομηχανία, παρά τη σημαντική συνεισφορά στο ΑΕΠ και στην απασχόληση και παρά την ανάγκη ταχείας ανασυγκρότησης και αποκατάστασης της αναπτυξιακής δυναμικής της, παραμένει χωρίς πολιτικό επισπεύδοντα και αυτοτελή διοικητική δομή. Που βρίσκεται το απαράδεκτο. Κατά την άποψή μου πάντα αναζητούμε νέο μοντέλο οικονομίας, ένα περισσότερο παραγωγικό μοντέλο να ανταποκρίνεται και στην καινοτομία αλλά αφήνουμε την βιομηχανία μας χωρίς το δικό της υπουργείο εδώ και 25 χρόνια περίπου.
Υπουργείο Βιομηχανίας που θα έχει αποκλειστικό αντικείμενο, νέα εκβιομηχάνιση. Βιομηχανική αναγέννηση της χώρας να ανταποκρίνεται στα μηνύματα των καιρών. Κυρίως στις ανάγκες για επενδύσεις και εξωστρέφεια. Η απο-επένδυση στα χρόνια της κρίσης σε συνδυασμό με την υπερ-φορολόγηση και τις παρεμβατικές πολιτικές στο χώρο της ενέργειας, έφεραν σε ακόμη χειρότερη θέση τον κλάδο της βιομηχανίας και της μεταποίησης. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα, η βιομηχανία παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος κλάδος σε συνεισφορά στο ΑΕΠ και ο τρίτος μεγαλύτερος σε απασχόληση, από όλους τους κλάδους παραγωγής.
Στην κρισιμότερη καμπή της κρίσης η χώρα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με δυο ταυτόχρονες και καίριες προκλήσεις. Η μια είναι η ανάγκη άμεσης εφαρμογής όλων των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικών προσαρμογών της συμφωνίας με τους εταίρους. Όσο πιο γρήγορα και αποτελεσματικά εφαρμοστεί η συμφωνία, τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσει η Ελλάδα να επιστρέψει στην κανονικότητα και την ευημερία.
Η άλλη αφορά στην εκπόνηση και υλοποίηση των πολιτικών που θα λειτουργήσουν ως αναπτυξιακό αντίβαρο, αξιοποιώντας τις πολλές ευκαιρίες που υπάρχουν, περιορίζοντας τις επιπτώσεις του νέου κύκλου ύφεσης που ανοίγεται μπροστά μας και αποτρέποντας τη δομική ανεργία. Πολιτικές που θα στηρίζουν την παραγωγική οικονομία, με στόχο την επιτάχυνση της επιστροφής σε υγιείς ρυθμούς ανάπτυξης.
Κεντρικό στοιχείο τους πρέπει να είναι η στήριξη της βιομηχανίας και της μεταποίησης ως βασικά συστατικά μιας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής. Και αυτό γιατί η βιομηχανία είναι διαχρονικά ένας ισχυρός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας που δημιουργεί διατηρήσιμες και ποιοτικές θέσεις εργασίας. Αποτελεί δηλαδή την καλύτερη εγγύηση για την αποφυγή μιας οικονομικής ανάκαμψης χωρίς νέες θέσεις εργασίας.
Φαίνονται λοιπόν ξεκάθαρα, τόσο η ανάγκη όσο και τα οφέλη από την ανασυγκρότηση του δευτερογενούς τομέα. Όμως, η αντιμετώπιση των μεταρρυθμιστικών και αναπτυξιακών προκλήσεων απαιτούν δυναμική πολιτική παρέμβαση και ένα νέο τρόπο αντιμετώπισης της βιομηχανίας και της μεταποίησης στην εθνική οικονομία.
Κλειδί σε αυτή την πολιτική παρέμβαση είναι μια αλλαγή νοοτροπίας και πορείας. Αυτή η αλλαγή αφορά στο σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας νέας βιομηχανικής πολιτικής σε δύο επίπεδα.
Χρειαζόμαστε διαρθρωτικές παρεμβάσεις που θα απελευθερώσουν τις υγιείς επιχειρηματικές δυνάμεις μέσα από αλλαγές στο επενδυτικό και επιχειρηματικό περιβάλλον, όπως οι αδειοδοτήσεις, τα χρηματοδοτικά εργαλεία, η καινοτομία, η τεχνολογία και η εξωστρέφεια, οι λειτουργικές υποδομές, η λειτουργία και εποπτεία της αγοράς, το δυσβάσταχτο κόστος ενέργειας.
Χρειαζόμαστε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα θεραπεύσουν χρόνια προβλήματα και θα δώσουν το στίγμα της νέας αναπτυξιακής λογικής. Κυρίως θα αποτελέσουν το βασικό εργαλείο μεταστροφής της αποεπένδυσης προσελκύοντας νέες ιδιωτικές, και κυρίως, παραγωγικές επενδύσεις που θα πιάσουν τόπο και που θα συμβάλουν στη βελτίωση της οικονομίας σε όρους ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας και απασχόλησης.
Παράλληλα όμως με τις διαρθρωτικές εξίσου σημαντική είναι και μια παρέμβαση στον σχεδιασμό και την εφαρμογή των κυβερνητικών πολιτικών στον τομέα της βιομηχανίας.
Η σημερινή παραγωγική συγκυρία και ανάγκη ανασυγκρότησης απαιτούν επιτελικές δομές με δυνατότητα συντονισμού, εστίασης και επιτάχυνσης πολιτικών και αποτελεσμάτων. Αυτό δείχνει και η διεθνής εμπειρία. Η μετάβαση προς ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα δεν είναι αυτόματη διαδικασία. Απαιτεί σχέδιο, οργάνωση και συνεργασία δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.