Αμείωτος συνεχίζει ο επενδυτικός πυρετός στο τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας με το «κέντρο βάρους» να μετατοπίζεται μεν προς το κομμάτι της αποθήκευσης ως νέο «big thing», διατηρώντας ωστόσο την δέουσα προσοχή στην ανάπτυξη νέων έργων «πράσινης» ηλεκτροπαραγωγής, όπως αποτυπώνεται τόσο από τα στοιχεία όσο και από τις σχετικές εκτιμήσεις για την πορεία των αριθμών μέχρι το τέλος του έτους.
Την ίδια στιγμή, διαμορφώνεται ένα ισχυρό αποτύπωμα στο ισοζύγιο ρεύματος με τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, χάρη κύρια στην συνεισφορά των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, να αλλάζουν πρόσημο στη σχετική εξίσωση και από έλλειμμα 575 εκατομμυρίων ευρώ το 2023 να φτάνουμε σε πλεόνασμα 438 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με σχετικά στοιχεία που παρουσίασε πρόσφατα ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος στο Υπουργικό Συμβούλιο.
«Πράσινο» άλμα από το 2019 στο 2025
Στον πυρήνα αυτής της αλλαγής βρίσκεται, όπως προαναφέρθηκε, η ταχεία ανάπτυξη της εγκατεστημένης ισχύος των ΑΠΕ. Την περίοδο 2019-2025, η εγκατεστημένη ισχύς από φωτοβολταϊκά και αιολικά σχεδόν τριπλασιάστηκε, με την Ελλάδα να κατατάσσεται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το υπουργείο, τρίτη παγκοσμίως ως προς τη διείσδυση των φωτοβολταϊκών και ένατη ως προς τα αιολικά.
Η μεταβολή γίνεται ακόμη πιο εμφανής στους απόλυτους αριθμούς. Τα φωτοβολταϊκά αυξήθηκαν από περίπου 2,6 GW το 2015 σε 11,1 GW το 2025, ενώ τα αιολικά από 2,1 GW σε 5,7 GW. Συνολικά, οι δύο τεχνολογίες πλησίασαν έτσι τα 17 GW εγκατεστημένης ισχύος στο τέλος του 2025, έναντι λιγότερων από 5 GW μία δεκαετία νωρίτερα.
Εντούτοις, ο προβληματισμός γύρω από την διείσδυση των ΑΠΕ παραμένει με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, κατά την πρόσφατη παρουσίαση των μέτρων για την μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30% σε βάθος τριετίας (2027-2029) να θίγει το ζήτημα, υπογραμμίζοντας την σημασία να φτάσει το όφελος της φθηνής «πράσινης» ενέργειας στον τελικό καταναλωτή με απτά αποτελέσματα στο λογαριασμό ρεύματος.
Οι ΑΠΕ το «βαρύ πυροβολικό» για την μείωση του ενεργειακού κόστους
Ενδεικτικά, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, κατά την πρόσφατη συνέντευξη τύπου παρουσίασης των μέτρων, «εμείς θέλουμε η πρόοδος να μεταφράζεται σε απτό οικονομικό όφελος» πράγμα που συνιστά και το μεγάλο στοίχημα της ενεργειακής μετάβασης που «γράφει καλά» στις επιδόσεις, χωρίς ωστόσο να έχει μεταφραστεί κατά τον επιθυμητό τρόπο στο ταμπλό του Χρηματιστήριου Ενέργειας και πολύ περισσότερο στους λογαριασμούς ρεύματος με τους καταναλωτές να συνεχίζουν να «δοκιμάζονται» από τα σκαμπανεβάσματα των αγορών ενέργειας σε συνέχεια και των κρίσιμων γεωπολιτικών αναταράξεων ανά τον πλανήτη.
Επί του πρακτέου, η χώρα μετράει σήμερα 19,3 GW έργων ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ εν λειτουργία με το μεγαλύτερο μέρος κατά προφανή τρόπο να αποτελούν οι ώριμες τεχνολογίες των φωτοβολταϊκών και των αιολικών με το σχετικό άθροισμα να φτάνει τα 18,4 GW.
Τα φωτοβολταϊκά καλπάζουν
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κλάδος των φωτοβολταϊκών μετράει την μεγαλύτερη ανάπτυξη με τα στοιχεία να μιλούν για πρόωρη επίτευξη του στόχου που έχει τεθεί στα πλαίσια του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα με ορίζοντα το 2030. Αυτή την στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιουλίου, ο κλάδος έχει ξεπεράσει τον στόχο του ΕΣΕΚ (13,5 GW) φτάνοντας αισίως τα 13,8 GW με όλες τις εκτιμήσεις να μιλούν για περαιτέρω άνοδο μέχρι το τέλος του έτους και βάσιμη προοπτική για συνολικό χαρτοφυλάκιο περί τα 20 GW μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι φέτος αναμένεται να προστεθούν περί τα 4 GW νέες ΑΠΕ στο σύστημα με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά φωτοβολταϊκούς σταθμούς, επιτείνοντας έτι περαιτέρω την μονοκαλλιέργεια φωτοβολταϊκών, γεγονός που με την σειρά του επιτείνει το ζήτημα της ισορροπίας στο ενεργειακό μίγμα της χώρας τόσο ανάμεσα στις δύο βασικές τεχνολογίες – αιολικά και φωτοβολταϊκά – όσο και συνολικότερα με μεγάλο μέρος της πράσινης παραγωγής να συγκεντρώνεται κατά τις μεσημεριανές ώρες, αφήνοντας «κενό» στις υπόλοιπες ώρες.
Η παραπάνω κατάσταση πολλαπλασιάζει τις ποσότητες πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας που καταλήγουν στα αζήτητα, διευρύνοντας την «ψαλίδα» ανάμεσα στην παραγωγή και την ζήτηση ενέργειας, καθώς και τις αρνητικές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά, γεγονός που με την σειρά του επιφέρει κρίσιμες επιπτώσεις στα έσοδα των παραγωγών απειλώντας την βιωσιμότητα των επενδύσεων.
Η λύση στην αποθήκευση
Η απάντηση βρίσκεται στην αποθήκευση χωρίς ωστόσο να αποτελεί πανάκεια μιας και η απόσταση ανάμεσα στη ζήτηση και την παραγωγή παραμένει με την όποια μετατόπιση της παραγόμενης ενέργειας προς «βρώση» άλλες ώρες να μην αλλάζει την γενική εικόνα της έλλειψης φορτίων να απορροφήσουν τις πολλαπλάσιες πλέον πράσινες μεγαβατώρες.
Ωστόσο, η αποθήκευση συνιστά μια λύση με το ΥΠΕΝ, όπως αποτυπώθηκε κατά την πρόσφατη συνέντευξη τύπου, να επιχειρεί παρεμβάσεις τόσο για την προώθηση της μεγάλης κλίμακας έργων (standalone μπαταριών) όσο και για την ενσωμάτωση της αποθήκευσης στην πλευρά της κατανάλωσης είτε πρόκειται για τον οικιακό καταναλωτή είτε για τον εμπορικό καταναλωτή.
Ενδεικτικά η εγκατεστημένη ισχύς αποθήκευσης διαμορφώνεται σήμερα περίπου στα 700 MW, ενώ ο οδικός χάρτης του ΥΠΕΝ προβλέπει:
• MW έως το τέλος του 2026
• 1.500 MW μέσα στο 2027
• 3.000-4.000 MW έως το τέλος του 2028
• 5.000-7.000 MW έως το 2030
Σύμφωνα με όσα ανέφερε πρόσφατα ο Υφυπουργός ΠΕΝ Νίκος Τσάφος, η αποθήκευση έχει διπλό όφελος: περιορίζει τις απογευματινές αιχμές, όταν υποχωρεί η παραγωγή των φωτοβολταϊκών και επιστρατεύονται ακριβότερες μονάδες, και μειώνει το κόστος εξισορρόπησης του συστήματος.
Ερωτηματικό στα νούμερα
Σε κάθε περίπτωση, μένει να αποδειχθεί η επάρκεια των παραπάνω στόχων με δεδομένο ότι, όπως αποτυπώνεται με τα παραπάνω νούμερα, οι επιδόσεις της πράσινης ηλεκτροπαραγωγής με «σημαιοφόρο» τα φωτοβολταϊκά, κινούνται σε μεγάλη απόσταση τόσο από το ΕΣΕΚ όσο ενδεχόμενα και από τα σενάρια που υπαγορεύουν ως «επαρκή» τα παραπάνω μεγέθη αποθήκευσης, λαμβάνοντας υπόψη τον «παράγοντα αστοχίας» που υποχρεωτικά συνοδεύει ένα στόχο στη μεταφορά του από την θεωρία στην πράξη.
Οι εκτιμήσεις της αγοράς συγκλίνουν ότι για ένα χαρτοφυλάκιο 20 Γιγαβάτ φωτοβολταϊκών θα απαιτηθούν περίπου 8,6 Γιγαβάτ μπαταριών, ώστε οι περικοπές παραγωγής να περιοριστούν γύρω στο 10%. Σε αυτά τα επίπεδα, οι μονάδες θα διατηρήσουν την οικονομική ευρωστία τους, αφού θα αποτραπούν οι υπερβολικές απώλειες εσόδων από τις απορρίψεις ενέργειας.
Το θετικό στοιχείο είναι ότι η επενδυτική «δεξαμενή» υπάρχει ήδη. Οι τρεις διαγωνισμοί έχουν ξεκλειδώσει έργα μπαταριών 900 Μεγαβάτ, ενώ η πρόσκληση του ΥΠΕΝ δημιουργεί προοπτική ανάπτυξης έργων έως 4,7 Γιγαβάτ. Παράλληλα, περίπου 2 Γιγαβάτ αφορούν έργα αποθήκευσης σε κοινό σημείο σύνδεσης με φωτοβολταϊκά, ενώ στους υπολογισμούς αυτούς δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι μπαταρίες για ιδιοκατανάλωση και οι μονάδες behind-the-meter σε ώριμα ή υφιστάμενα πάρκα.
Η νέα ισορροπία
Η ταχύτερη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και για τους υπόλοιπους στόχους του ΕΣΕΚ. Το Εθνικό Σχέδιο προβλέπει ότι το 2030 οι ΑΠΕ θα καλύπτουν το 75,7% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, στόχος που θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία των υπόλοιπων τεχνολογιών.
Με βάση τις εκτιμήσεις για φωτοβολταϊκά 20 Γιγαβάτ (και επαρκή χαρτοφυλάκιο μπαταριών για απορρίψεις στο 10%), από τον ήλιο θα προέρχονται περίπου 25,3 Τεραβατώρες το 2030, αντί για τις 20,9 Τεραβατώρες που προβλέπει το ΕΣΕΚ. Αυτό σημαίνει επιπλέον 4,4 Τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα.
Η τελική εικόνα θα εξαρτηθεί και την εξέλιξη των υπόλοιπων «πράσινων» τεχνολογιών. Ενδεικτικό είναι ότι το ΕΣΕΚ προέβλεπε για το 2025 εγκατεστημένη ισχύ 7 Γιγαβάτ στα χερσαία αιολικά, όταν σήμερα στην πραγματικότητα αυτό διαμορφώθηκε στα 6 Γιγαβάτ.
Στην περίπτωση, πάντως, που οι υπόλοιποι «πράσινοι» στόχοι του ΕΣΕΚ επιτευχθούν και δεν υπάρξει σημαντική αύξηση της ζήτησης πέρα από τις προβλέψεις, τότε οι επιπλέον 4,4 Τεραβατώρες από τα φωτοβολταϊκά θα αντικαταστήσουν αντίστοιχη παραγωγή από τις μονάδες φυσικού αερίου. Έτσι, το επόμενο μεγάλο ερώτημα για την αγορά θα είναι κατά πόσο οι μονάδες αερίου θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν αρκετές ώρες ώστε να παραμένουν οικονομικά βιώσιμες, σε ένα ηλεκτρικό σύστημα που ολοένα περισσότερο θα «δίνει τον τόνο» ο ήλιος.



