Η νέα κλιμάκωση στα Στενά του Ορμούζ επαναφέρει τις ανησυχίες που είχαν κυριαρχήσει πριν από το καλοκαίρι για την επάρκεια καυσίμων, καθώς οι ροές πετρελαίου παραμένουν ήδη σημαντικά περιορισμένες και ο κίνδυνος νέων διαταραχών ενισχύεται.
Η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι τις επόμενες ημέρες θα κηρύξει νέα «ζώνη απαγόρευσης» κοντά στα Στενά, ενώ η κίνηση των πλοίων βρίσκεται πολύ κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα. Την ίδια ώρα, ο OPEC+ αποφάσισε να μην αυξήσει περαιτέρω την παραγωγή τον Οκτώβριο και το Brent κινείται ξανά κοντά στα 100 δολάρια.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή ενδείξεις για πρόβλημα επάρκειας. Η εγχώρια διύλιση, οι εναλλακτικές πηγές προμήθειας και τα αποθέματα ασφαλείας περιορίζουν τον κίνδυνο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στις τιμές, ιδιαίτερα καθώς diesel και αεροπορικά καύσιμα δέχονται ήδη ισχυρές πιέσεις στη διεθνή αγορά.
Ορμούζ: Από 95 διελεύσεις την ημέρα μόλις σε 10
Η κατάσταση στο Ορμούζ απέχει ήδη πολύ από την κανονικότητα. Σύμφωνα με ανάλυση του Γαλλικού Πρακτορείου βάσει στοιχείων της Kpler, η κίνηση των πλοίων που μεταφέρουν πρώτες ύλες, μεταξύ των οποίων πετρέλαιο και φυσικό αέριο, έχει περιοριστεί σε περίπου 10 διελεύσεις ημερησίως μετά το κλείσιμο των Στενών από την Τεχεράνη την 1η Μαρτίου (τον Φεβρουάριο ήταν περίπου 95).
Σε αυτές τις συνθήκες έρχεται η νέα κίνηση της Τεχεράνης. Ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν, Μοχσέν Ρεζάι, ανακοίνωσε ότι μέσα στις επόμενες ημέρες θα δημιουργηθεί «ζώνη απαγόρευσης» έξω από τα Στενά του Ορμούζ, η οποία θα περιλαμβάνει τμήματα του Κόλπου.
Παράλληλα, αναμένεται να υπογραφούν οι νέοι χάρτες διέλευσης των πλοίων που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ Ιράν και Ομάν.
Η ένταση στη θάλασσα έχει ήδη αναζωπυρωθεί. Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν πλήγματα εναντίον δεξαμενόπλοιων που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης, ενώ η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις σε πετρελαιοφόρα και άλλα πλοία που θεωρεί ότι συνδέονται με αμερικανικά συμφέροντα.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά πλέον το υποθετικό σενάριο ενός κλεισίματος των Στενών. Οι διελεύσεις έχουν ήδη μειωθεί δραστικά και το ερώτημα είναι εάν θα περιοριστούν ακόμη περισσότερο.
Ο OPEC+ βάζει τέλος στις αυξήσεις
Μέσα σε αυτό το κλίμα, πρόσθετες ποσότητες πετρελαίου δεν αναμένονται από τον OPEC+ τον Οκτώβριο.
Οι βασικές χώρες της συμμαχίας αποφάσισαν την Κυριακή να διατηρήσουν αμετάβλητη την παραγωγή, έπειτα από έξι συνεχόμενους μήνες αυξήσεων.
Τον Σεπτέμβριο είχε προηγηθεί αύξηση κατά 188.000 βαρέλια ημερησίως, με την οποία ολοκληρώθηκε η σταδιακή επιστροφή των ποσοτήτων που είχαν αφαιρεθεί μέσω των εθελοντικών περικοπών του 2023. Παραμένουν ωστόσο σε ισχύ περικοπές περίπου 2 εκατ. βαρελιών ημερησίως που είχαν συμφωνηθεί το 2022.
Η απόφαση σημαίνει ότι, τουλάχιστον για τον Οκτώβριο, ο οργανισμός δεν θα προσθέσει νέα παραγωγή σε μια αγορά που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στις ροές.
Το Brent ξανά κοντά στα 100 δολάρια
Οι εξελίξεις έχουν ήδη περάσει στις τιμές, με το Brent να κινείται τη Δευτέρα το βράδυ λίγο πάνω από τα 97 δολάρια το βαρέλι, στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων έξιεβδομάδων.
Η GoldmanSachs ανεβάζει τον πήχη ακόμη περισσότερο σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης. Όπως εκτιμά, εάν ενταθούν οι επιθέσεις σε πλοία στη Μέση Ανατολή και διευρυνθούν οι διαταραχές στις μεταφορές αργού, το πετρέλαιο θα μπορούσε να φτάσει έως τα 120 δολάρια το βαρέλι. Εάν αντίθετα οι εξαγωγές της περιοχής επανέλθουν σε πιο φυσιολογικά επίπεδα, βλέπει την τιμή να υποχωρεί προς τα 80 δολάρια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εκτίμησή της για τα πετρελαιοειδή. Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα θεωρεί ότι το diesel, όπως και το φυσικό αέριο, μπορεί να εμφανίσει μεγαλύτερο premium σε περίπτωση νέου σοκ στην προσφορά. Αυτό στρέφει την προσοχή πέρα από το Brent, στις τιμές των καυσίμων που φτάνουν τελικά στην αγορά.
Η πίεση σε diesel και αεροπορικά καύσιμα
Η αγορά βρίσκεται ήδη υπό πίεση. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), το παγκόσμιο ισοζύγιο πετρελαίου εμφανίζει στο τρίτο τρίμηνο έλλειμμα περίπου 1,8 εκατ. βαρελιών ημερησίως, περισσότερο από διπλάσιο σε σχέση με προηγούμενες εκτιμήσεις.
Τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου έχουν παράλληλα μειωθεί κατά περίπου 410 εκατ. βαρέλια από την έναρξη του πολέμου.
Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η μείωση των εξαγωγών πετρελαιοειδών, καθώς ο πόλεμος έχει περιορίσει την παραγωγή και τις εξαγωγικές ροές από τη Μέση Ανατολή, ενώ χαμηλότερες είναι και οι ρωσικές εξαγωγές. Οι θαλάσσιες εξαγωγές diesel από Ρωσία, Μέση Ανατολή και Ασία έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σχέση με έναν χρόνο πριν, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου diesel.
Ακόμη μεγαλύτερη αναλογικά είναι η πτώση στο jet fuel. Οι εξαγωγές από τις ίδιες περιοχές έχουν μειωθεί κατά περίπου 670.000 βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 34% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου.
Γιατί δεν αρκεί να κοιτάμε το Brent
Για τον Έλληνα καταναλωτή, η πορεία του Brent είναι μόνο ένα μέρος της εξίσωσης. Οι τιμές της βενζίνης και του diesel επηρεάζονται και από τις διεθνείς τιμές των πετρελαιοειδών, όπως αυτές αποτυπώνονται στις τιμές αναφοράς Platts, οι οποίες διαμορφώνονται ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση, τα αποθέματα, τη διυλιστική δυναμικότητα και τις εμπορικές ροές.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στο diesel, η διεθνής τιμή του οποίου έχει φτάσει σε επίπεδα - ρεκόρ και έχει περίπου διπλασιαστεί από την έναρξη του πολέμου.
Επομένως, δεν απαιτείται μια αντίστοιχη εκτίναξη του Brent για να υπάρξουν νέες αυξήσεις στα καύσιμα. Εάν οι διεθνείς τιμές των πετρελαιοειδών παραμείνουν υψηλές, η πίεση περνά στις τιμές διυλιστηρίου και από εκεί στη χονδρική και τη λιανική.
Πόσο κινδυνεύει η Ελλάδα από ελλείψεις
Προς το παρόν, δεν υπάρχουν ενδείξεις άμεσου κινδύνου έλλειψης καυσίμων στην ελληνική αγορά.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντική εγχώρια διυλιστική παραγωγή μέσω της HELLENiQ ENERGY και της Motor Oil, ενώ τα διυλιστήρια μπορούν να προμηθεύονται αργό από διαφορετικές πηγές.
Υπάρχουν επίσης τα υποχρεωτικά αποθέματα ασφαλείας. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει αποθέματα που αντιστοιχούν τουλάχιστον σε 90 ημέρες μέσων ημερήσιων καθαρών εισαγωγών ή 61 ημέρες μέσης ημερήσιας εσωτερικής κατανάλωσης, ανάλογα με το ποια ποσότητα είναι μεγαλύτερη.
Για να προκύψει πραγματικό πρόβλημα επάρκειας στην Ελλάδα θα χρειαζόταν, επομένως, πολύ σοβαρότερη και κυρίως παρατεταμένη διαταραχή των διεθνών ροών. Προς το παρόν, το πρόβλημα για την ελληνική αγορά είναι οι τιμές και όχι η επάρκεια.
Τι συμβαίνει με τα αεροπορικά καύσιμα
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί το jet fuel, ιδιαίτερα για την Ελλάδα λόγω της μεγάλης εξάρτησης της τουριστικής κίνησης από τις αερομεταφορές.
Σύμφωνα με την Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας, το Jet A - 1 που παράγεται από τα ελληνικά διυλιστήρια επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση των ελληνικών αεροδρομίων.
Μόνο η Motor Oil παρήγαγε το 2025 περίπου 1,37 εκατ. τόνους jet fuel, έναντι συνολικής εγχώριας ζήτησης Jet Kero/A1 περίπου 1,86 εκατ. τόνων.
Η εγχώρια παραγωγή μειώνει τον κίνδυνο προβλημάτων στον ανεφοδιασμό, όχι όμως και την έκθεση στις διεθνείς τιμές. Το κόστος του Jet A - 1 ακολουθεί τη διεθνή αγορά και συνεπώς μπορεί να αυξηθεί ακόμη και εάν δεν τίθεται θέμα επάρκειας στα ελληνικά αεροδρόμια.
Ακριβότερο jet fuel, πίεση και στα εισιτήρια
Η άνοδος της τιμής του jet fuel επιβαρύνει άμεσα το κόστος των αεροπορικών εταιρειών και, εφόσον διατηρηθεί, μπορεί να οδηγήσει σε αυξήσεις των ναύλων.
Η επιβάρυνση εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την πολιτική αντιστάθμισης κινδύνου κάθε αεροπορικής. Οι εταιρείες που έχουν «κλειδώσει» μεγαλύτερο μέρος των αναγκών τους σε καύσιμα είναι λιγότερο εκτεθειμένες στις σημερινές ανατιμήσεις, σε αντίθεση με όσες προμηθεύονται μεγαλύτερες ποσότητες με βάση τις τρέχουσες τιμές.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω του μεγάλου όγκου αεροπορικών αφίξεων και της βαρύτητας του τουρισμού.



