Μια νέα μελέτη του CEPR/VoxEU προσφέρει χρήσιμα στοιχεία που δείχνουν ότι το Ταμείο Ανάκαμψης συνδέθηκε με ισχυρή βελτίωση της ελληνικής οικονομίας: η Ελλάδα εμφάνισε ταχύτερη αύξηση ΑΕΠ, επενδύσεων, απασχόλησης (ωρών εργασίας) και παραγωγικότητας συγκριτικά με άλλες χώρες της ΕΕ. Όμως η μεγάλη κεφαλαιακή ενίσχυση, που αντιστοιχεί σε περίπου 16% του ΑΕΠ, υπογραμμίζει τις ανησυχίες στο ερώτημα τι θα απομείνει, τώρα που κλείνει αυτή η έκτακτη «κάνουλα» χρηματοδότησης από την ΕΕ.
Η Ελλάδα εμφανίζει το μεγαλύτερο επενδυτικό άλμα μεταξύ των χωρών που εξετάζει η μελέτη του CEPR/VoxEU, ενώ το πραγματικό ΑΕΠ βρίσκεται αρκετά πάνω από την προ πανδημίας τάση.
Το στοιχείο αυτό όμως το οποίο αναδεικνύει η μελέτη, δεν συνιστά από μόνο του απόδειξη ότι η χώρα άλλαξε παραγωγικό μοντέλο. Αντιθέτως ένα μέρος της επίδοσης ήταν «αυτόματο» και προσωρινό λόγω της εισροής κεφαλαίων ενώ, σε αντίθεση με άλλες χώρες, η αύξηση που προκύπτει είναι εν πολλοίς τεχνική, λόγω του «φαινομένου βάσης» (base effect) επειδή η σύγκριση γίνεται εκκινώντας από πολύ χαμηλότερη βάση -λόγω προηγούμενων κρίσεων από τη δεκαετία των μνημονίων.
Τι δείχνει η μελέτη
Η μελέτη «Μακροοικονομικός αντίκτυπος του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας: Μια ανάλυση για την Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα» (The macroeconomic impact of the Recovery and Resilience Facility: An analysis for Italy, Spain, and Greece) συντάσσεται από τον Ντίνο Πινέλι, Σύμβουλο Έρευνας της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η μελέτη συγκρίνει την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία με ομάδα χωρών της ευρωζώνης που έλαβαν σαφώς μικρότερη χρηματοδότηση από το ευρωπαϊκό εργαλείο. Δημοσιεύεται στον ιστότοπο μελετών και αναλύσεων για θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής CEPR/VoxEU , με την ένδειξη πάντως ότι «οι απόψεις που εκφράζονται είναι αποκλειστικά του συγγραφέα και δεν αντιστοιχούν απαραίτητα σε εκείνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής».
Η μελέτη επιχειρεί μια πρώτη αποτίμηση της επίδρασης που είχε ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, προβάλλοντας τον θετικό αντίκτυπο που είχε στις χώρες την ΕΕ, συγκρίνοντας τις οικονομικές τάσεις πριν και μετά την εφαρμογή του ανά χώρα.
Η Ελλάδα αναδύεται ως η οικονομία με την εντονότερη μεταπανδημική βελτίωση μεταξύ των χωρών που εξετάζει η πρόσφατη ανάλυση.
Πέραν από μία πρώτη σύγκριση όμως, τα στοιχεία και οι παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στην μελέτη πάντως, είναι χρήσιμα στην βαθύτερη κατανόηση του ελληνικού μοντέλου Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και των επιδράσεών του, ιδιαίτερα τώρα που πλησιάζει στη λήξη του.
Τα χρήματα «φεύγουν», οι μεταρρυθμίσεις «μένουν»
Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει για τη χώρα μας είναι πόσο από το άλμα της περιόδου του ΤΑΑ θα επιβιώσει χωρίς το ίδιο το εργαλείο.
Τα δεδομένα της μελέτης δείχνουν ότι η Ελλάδα αναπτύχθηκε πάνω από την προ πανδημίας τάση, χάρη στο Ταμείο Ανάκαμψης: χωρίς αυτό δηλαδή, δεν θα είχε μεγαλύτερη αύξηση στις επενδύσεις συγκριτικά με άλλες χώρες, ούτε θα βελτίωνε περισσότερο τη συνολική παραγωγικότητα και την απασχόληση.
Εκ των υστέρων όμως, όπως αποτυπώνουν τα στοιχεία, το ΤΑΑ δεν «έλυσε» από μόνο του το αναπτυξιακό πρόβλημα. Αντιθέτως, ενώ έδωσε στη χώρα μια σπάνια ευκαιρία να αντιμετωπίσει μέρος του επενδυτικού και παραγωγικού κενού, το μεγαλύτερο όφελος που θα μείνει ίσως τελικά στη χώρα είναι οι μεταρρυθμίσεις με τις οποίες συνοδεύτηκε, παρά η κεφαλαιακή ενίσχυση που δέχθηκε.
Συγκεκριμένα:
- το ελληνικό σχέδιο εισέφερε χρηματοδότηση 16% του ΑΕΠ, εκ των οποίων περίπου 8% σε επιχορηγήσεις και 8% σε δάνεια,
- το σχέδιο της Ιταλίας εισέφερε πόρους 9,1% του ΑΕΠ, εκ των οποίων 3,4% σε επιχορηγήσεις,
- το σχέδιο της Ισπανίας εισέφερε 6,8% του ΑΕΠ, εκ των οποίων 5,3% σε επιχορηγήσεις,
Η πιο σημαντική επίδραση του Ταμείου καταγράφεται στις επενδύσεις: «Οι επενδύσεις είναι ο τομέας στον οποίο τα πρώιμα μακροοικονομικά στοιχεία είναι ισχυρότερα» σημειώνει ο συγγραφέας. Οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν στην Ελλάδα 5,9%, στην Ιταλία 3,7% και στην Ισπανία μόλις 0,3%, ενώ σε άλλες χώρες που δεν επωφελήθηκαν του Ταμείου Ανάκαμψης μειώθηκαν κατά περίπου 2% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η χώρα ξεκίνησε από χαμηλή βάση -όπως δείχνουν και τα σχετικά γραφήματα, ένα μέρος της επενδυτικής ανόδου αφορά κάλυψη παλαιών ελλειμμάτων. Αντίστοιχα και η θετική επίδραση στις επενδύσεις (όπως και στην ανεργία και στην παραγωγικότητα) ήταν μεγαλύτερη στη χώρα μας, σε σύγκριση με άλλες που δεν είχαν σημειώσει την ίδια «κοιλιά» στις οικονομίες τους, όπως αυτή που εμφανίζει η Ελλάδα (με σκούρα μπλε γραμμή στα σχετικά διαγράμματα).

Η θετική εικόνα της τελευταίας πενταετίας, υπογραμμίζει την κληρονομιά των Μνημονίων: χαμηλή επενδυτική βάση, βαθιά ανεργία και παραγωγικό κενό. Το ΤΑΑ ανέβασε την Ελλάδα πάνω από αυτή την τάση. Το δύσκολο στοίχημα αρχίζει όμως μόλις τελειώσουν οι πρόσθετοι πόροι 16% του ΑΕΠ.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης είναι ότι η βελτίωση της "Συνολικής Παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής" (της TFP) συνέβαλε θετικά στην ελληνική επίδοση. Η TFP αποτυπώνει πόσο αποτελεσματικά συνδυάζονται η εργασία και το κεφάλαιο. Με απλά λόγια, δείχνει αν η οικονομία παράγει περισσότερο όχι μόνο επειδή χρησιμοποιεί περισσότερα μηχανήματα ή περισσότερες εργατοώρες, αλλά και επειδή οργανώνει καλύτερα την παραγωγή.
Για την Ελλάδα, αυτή η παράμετρος είναι ίσως σημαντικότερη από το ίδιο το ύψος των επιδοτήσεων. Οι πόροι του ΤΑΑ είχαν αποτέλεσμα όταν συνδυάστηκαν με μεταρρυθμίσεις, ψηφιοποίηση, αλλαγές στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, νέες διαδικασίες και καλύτερη πρόσβαση των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση.
Το στοιχείο αυτό δε σημαίνει ότι τα κεφάλαια δεν είχαν σημασία. Χωρίς χρηματοδότηση, προφανώς πολλές από τις επενδύσεις δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί. Δείχνει όμως ότι η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται απλώς επειδή μεταφέρονται χρήματα. Χρειάζεται αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι αγορές.
Παρά την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων -που άλλες χώρες όπως η Ιταλία δεν εφάρμοσαν αποδοτικά- η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά σε παραγωγικότητα εργασίας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει την ανάγκη για τεχνολογική αναβάθμιση, ενίσχυση των δεξιοτήτων, ανταγωνισμό, πρόσβαση στη χρηματοδότηση και αύξηση του μέσου μεγέθους των επιχειρήσεων. Επομένως, η θετική μεταβολή της παραγωγικότητας είναι ενθαρρυντική, αλλά δεν συνεπάγεται την επίτευξη επίδοσης υψηλού ευρωπαϊκού επιπέδου.
Η απασχόληση επέστρεψε από την κρίση
Η δεύτερη μεγάλη μεταβολή αφορά την αγορά εργασίας. Οι ώρες εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκαν περίπου κατά 7,5% την περίοδο 2019–2025, έναντι 2,6% στις χώρες σύγκρισης.
Αυτό είναι θετικό ως προς τη διεύρυνση της απασχόλησης, τη μείωση της ανεργίας, την ενεργοποίηση περισσότερων εργαζομένων, την ανάκαμψη του τουρισμού, των υπηρεσιών και των κατασκευών.
Αλλά υπάρχει μια σημαντική μεθοδολογική και κοινωνική επιφύλαξη: περισσότερες ώρες εργασίας δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη περισσότερη παραγωγικότητα ή καλύτερη ποιότητα εργασίας.
Η αύξηση μπορεί να προέρχεται από:
-περισσότερα άτομα στην απασχόληση,
-περισσότερη πλήρη απασχόληση,
-μεγαλύτερη εποχική απασχόληση,
-περισσότερες ώρες σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας,
-επιστροφή εργαζομένων που είχαν αποσυρθεί από την αγορά.
Άρα το ερώτημα παραμένει αν η Ελλάδα αναπτύχθηκε επειδή παράγει περισσότερο ανά εργαζόμενο, ή επειδή χρησιμοποιεί περισσότερες εργατοώρες.
Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση έρχεται ύστερα από μια περίοδο βαθιάς ανεργίας, μεγάλης μείωσης εισοδημάτων και αποχώρησης εργαζομένων από την αγορά εργασίας. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για αύξηση από μια ήδη πλήρως απασχολούμενη οικονομία. Πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για επιστροφή εργατικού δυναμικού που είχε χαθεί στην κρίση.
Επιπλέον, οι περισσότερες ώρες εργασίας δεν σημαίνουν αυτομάτως καλύτερες θέσεις εργασίας ή υψηλότερη παραγωγικότητα. Η αύξηση μπορεί να περιλαμβάνει εποχική απασχόληση, τουρισμό, κατασκευές, μερική απασχόληση και κλάδους με περιορισμένη προστιθέμενη αξία. Το ζητούμενο για την επόμενη περίοδο είναι η απασχόληση να μετατραπεί σε σταθερή, καλά αμειβόμενη και παραγωγική εργασία.
Το πρόβλημα της επόμενης ημέρας
Η ισχυρή επίδραση του ΤΑΑ δημιουργεί και μια ανησυχία. Όσο υψηλότερη ήταν η συμμετοχή του Ταμείου στις επενδύσεις και στις δημόσιες δαπάνες, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κενό που θα πρέπει να καλυφθεί μετά την ολοκλήρωσή του.
Άλλη μελέτη του ΟΟΣΑ προβλέπει ότι η συμβολή του ΤΑΑ στις δημόσιες δαπάνες θα κορυφωθεί το 2026, περίπου στο 4% του ΑΕΠ, και στη συνέχεια θα υποχωρήσει. Παράλληλα, η αύξηση των επενδύσεων εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί σημαντικά το 2027.
Αυτό είναι το βασικό πολιτικό και δημοσιονομικό στοίχημα. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους. Χρειάζεται να εξασφαλίσει ότι:
-οι ιδιωτικές επενδύσεις θα συνεχιστούν χωρίς διαρκή επιδότηση,
-οι δημόσιες επενδύσεις δεν θα μειωθούν απότομα,
-οι μεταρρυθμίσεις θα παραμείνουν ενεργές μετά τις εκταμιεύσεις,
-οι επενδύσεις θα αυξήσουν τις εξαγωγές και την παραγωγικότητα,
-το αναπτυξιακό μοντέλο δεν θα παραμείνει υπερβολικά εξαρτημένο από ακίνητα, τουρισμό και κατασκευές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΑΕΠ θα επιστρέψει αυτομάτως σε ύφεση. Σημαίνει ότι ένα μέρος της σημερινής αναπτυξιακής δυναμικής δεν θα επαναλαμβάνεται χωρίς νέα καύσιμα. Για να αποφευχθεί το κενό, θα χρειαστούν εθνικοί πόροι, ώριμα έργα, ισχυρότερη ιδιωτική χρηματοδότηση και διατήρηση των μεταρρυθμίσεων. Και αυτό θα είναι το στοίχημα για το σχέδιο της επόμενης ημέρας.



