Η ακραία ζέστη δεν απειλεί πλέον μόνο την υγεία και την καθημερινότητα των Ευρωπαίων. Απειλεί την ίδια την οικονομική ανάπτυξη της ΕΕ, με το κόστος των περιόδων ακραίας ζέστης και των πυρκαγιών να εκτιμάται σε 180 δισ. ευρώ το 2026, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1% του ΑΕΠ και σχεδόν μηδενίζει την ανάπτυξη που ανέμενε η ένωση για φέτος.
Με την οικονομία της ΕΕ να αναμένεται να αναπτυχθεί μόλις κατά 1,1%, η παρατεταμένη ζέστη κινδυνεύει να μετατρέψει το 2026 σε χρονιά σχεδόν μηδενικής ανάπτυξης. Από την παραγωγικότητα των εργαζομένων και τις καλλιέργειες έως την παραγωγή ενέργειας και τις μεταφορές, οι επιπτώσεις των ακραίων καιρικών συνθηκών περνούν πλέον απευθείας στην οικονομία, σύμφωνα με έρευνα της Triodos Bank.
Η τράπεζα εντοπίζει τις επιπτώσεις μέσω τεσσάρων διαύλων, τρεις από τους οποίους ποσοτικοποιούνται ως μέσοι όροι για την ΕΕ.
Οι χαμηλότερες αποδόσεις των καλλιεργειών και η μειωμένη παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, μαζί με τις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων που ακολουθούν, αντιστοιχούν σε περίπου 0,15%. Οι περιορισμοί στην παραγωγή πυρηνικής, υδροηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, η χαμηλότερη αποδοτικότητα των φωτοβολταϊκών και οι υψηλότερες χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας προσθέτουν 0,12% έως 0,15%, ενώ οι διαταραχές στη δυναμικότητα των σιδηροδρομικών, οδικών και πλωτών μεταφορών προσθέτουν ακόμη 0,15%.
Ο παράγοντας εργασία
Η μεγαλύτερη επίπτωση, και αυτή που είναι δυσκολότερο να ποσοτικοποιηθεί, αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας.
Η παραγωγή ανά εργαζόμενο μειώνεται όταν οι θερμοκρασίες ξεπερνούν περίπου τους 25°C έως 30°C, με τις μεγαλύτερες απώλειες να καταγράφονται σε υπαίθριες και σωματικά απαιτητικές εργασίες. Ακόμη και η εργασία σε γραφεία επηρεάζεται, εν μέρει επειδή η ζέστη υποβαθμίζει τον ύπνο και τη γνωστική λειτουργία.
Διακρατική ανάλυση της Allianz, την οποία επικαλείται η έρευνα, υπολογίζει την απώλεια σε περίπου 3% της παραγωγής ανά ώρα εργασίας για κάθε βαθμό πάνω από τους 30°C, όταν οι υψηλές θερμοκρασίες διατηρούνται επί σειρά ημερών.
Η Γαλλία στην κορυφή του πίνακα
Τα αποτελέσματα δεν αποτελούν κατάταξη των χωρών με τις υψηλότερες θερμοκρασίες. Η Triodos βαθμολογεί κάθε οικονομία με βάση το ποσοστό της παραγωγής που προέρχεται από εκτεθειμένους κλάδους, τους χρόνους μετακίνησης, τη διείσδυση του κλιματισμού και τον βαθμό προσαρμογής του πληθυσμού στη ζέστη, και στη συνέχεια συνδυάζει αυτά τα στοιχεία με τις επιπλέον ημέρες υψηλών θερμοκρασιών που καταγράφηκαν φέτος.
Η Γαλλία αναδεικνύεται ως η χώρα που πλήττεται περισσότερο, με εκτιμώμενη απώλεια 1,4 ποσοστιαίας μονάδας από την ανάπτυξή της, αρκετή ώστε να την οδηγήσει σε συρρίκνωση περίπου 0,6%, από ένα ήδη αδύναμο σημείο εκκίνησης.
Η Ολλανδία χάνει περίπου 0,8 ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που την αφήνει περίπου σε μηδενική ανάπτυξη. Η Ισπανία και η Ιταλία διαθέτουν τα πλέον εκτεθειμένα εργατικά δυναμικά και καταγράφουν τις περισσότερες ημέρες υψηλών θερμοκρασιών, όμως δεκαετίες προσαρμογής περιορίζουν την επίπτωση που έχει κάθε μεμονωμένο επεισόδιο.
Η Πολωνία, με χαμηλή κάλυψη κλιματισμού και μικρό βαθμό προσαρμογής στη ζέστη, θα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη, όμως έχει βιώσει ένα πιο δροσερό καλοκαίρι και αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται κατά περίπου 2,9%.
Κόστη που δεν εμφανίζονται ποτέ στα στοιχεία του ΑΕΠ
Το ανθρώπινο κόστος βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό εκτός αυτών των αριθμών.
Εκτιμάται ότι 20.400 θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη σημειώθηκαν στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ισπανία και την Ιταλία μόνο κατά τη διάρκεια του καύσωνα του Ιουνίου. Αν αποτιμηθούν οι περίπου 25.000 θάνατοι του φετινού καλοκαιριού με βάση τα έτη ζωής που χάθηκαν, προκύπτει κόστος μεταξύ 1,5 και 7 δισ. ευρώ.
Οι δασικές πυρκαγιές είχαν κάψει περισσότερα από 490.000 εκτάρια σε ολόκληρη την ΕΕ έως την περασμένη εβδομάδα, έναντι μέσου όρου 197.000 εκταρίων σε ορίζοντα 20 ετών, σύμφωνα με το European Forest Fire Information System (EFFIS), με τη Γαλλία να καταγράφει ρεκόρ.
Η απώλεια των οικοσυστημικών υπηρεσιών από τις καμένες εκτάσεις θα μπορούσε να προσθέσει από 100 εκατ. έως 4,6 δισ. ευρώ.
Η προσαρμογή στις υψηλές θερμοκρασίες θα μπορούσε να περιορίσει τις απώλειες παραγωγικότητας κατά περίπου 40%, σύμφωνα με την έρευνα, αλλά όχι να τις εξαλείψει. Οι συντάκτες της προειδοποιούν επίσης ότι οι εκτιμήσεις τους βασίζονται σε συντηρητικές παραδοχές.
Η τράπεζα υποστηρίζει ότι η προσαρμογή από μόνη της δεν επαρκεί και ότι η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρότερη δράση για τη μείωση των εκπομπών. Ως αντίθετη κατεύθυνση αναφέρει την κίνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 17 Ιουλίου να χαλαρώσει την πορεία εφαρμογής του βασικού συστήματος τιμολόγησης του άνθρακα.
Aλλαγή αγροτικών εργασιών

Οι καύσωνες έχουν φέρει όμως και μία ακόμη αλλαγή. Αναγκάζουν αγρότες σε ολόκληρη την Ευρώπη να αλλάξουν τον τρόπο και τον χρόνο εργασίας τους, από το να θερίζουν τη νύχτα έως το να καλύπτουν τα χωράφια με δίχτυα σκίασης, να ψύχουν τους στάβλους των βοοειδών και να εγκαταλείπουν χρονοδιαγράμματα στις καλλιέργειες που είχαν τελειοποιηθεί επί δεκαετίες.
Οι ζημιές έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται στις προβλέψεις για τη συγκομιδή. Το γαλλικό υπουργείο Γεωργίας ανακοίνωσε ότι η παραγωγή αραβοσίτου αναμένεται να μειωθεί κατά 35% σε σχέση με πέρυσι, στους 9 εκατ. τόνους, στο χαμηλότερο επίπεδο τουλάχιστον από το 1980, καθώς η ζέστη και η ξηρασία πλήττουν την καλλιεργητική περίοδο.
Ούτε οι παραγωγοί οπωροκηπευτικών τα καταφέρνουν καλύτερα. Οι καλλιεργητές πατάτας γύρω από τη Μαδρίτη μαζεύουν την παραγωγή αφού δύσει ο ήλιος, επειδή η εξαγωγή της σοδειάς από το καυτό έδαφος μπορεί να υποβαθμίσει την ποιότητά της, ενώ οι χοιροτρόφοι στην Κορσική ταΐζουν τα ζώα μετά το σκοτάδι, όταν οι χαμηλότερες θερμοκρασίες τα κάνουν πιο πρόθυμα να φάνε.
«Από τις 11 το πρωί μέχρι τις έξι ή επτά το απόγευμα, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Αν αγγίξεις ένα κομμάτι μέταλλο, κυριολεκτικά καις τα χέρια σου», αναφέρει στους FT Ισπανός αγρότης.
Ο ίδιος εξηγεί ότι τα μαύρα ρεβίθια του πρέπει να μαζεύονται αφού έχουν κρυώσει κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθώς την ημέρα, οι λοβοί τους γίνονται τόσο ξηροί και εύθραυστοι ώστε οι σπόροι σκορπίζονται μόλις αγγίξει κανείς τα φυτά.



