Μέσα Αυγούστου και η ευρωπαϊκή γεωργία διαχειρίζεται ακόμη τις συνέπειες μιας κρίσης που ξεκίνησε νωρίτερα μέσα στη χρονιά, την κατακόρυφη άνοδο του κόστους των λιπασμάτων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μετά από μήνες προετοιμασίας, έδωσε στο τέλος Ιουλίου την οριστική της απάντηση, εγκρίνοντας ένα πακέτο μέτρων που δεν αφορά μόνο την άμεση στήριξη αλλά και έναν εντελώς νέο μηχανισμό ρευστότητας για τους παραγωγούς. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν αφορά πλέον τις Βρυξέλλες, αλλά τις πρωτεύουσες των κρατών μελών.
Η βασική καινοτομία της απόφασης είναι η δημιουργία ενός μηχανισμού ρευστότητας μέσα στο πλαίσιο της αγροτικής ανάπτυξης, ο οποίος μπορεί να συγχρηματοδοτηθεί σε πολύ υψηλό ποσοστό από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Τα κράτη μέλη αποκτούν παράλληλα τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν πόρους του ταμείου που παρέμεναν αδιάθετοι και διαφορετικά θα κινδύνευαν να χαθούν, προσθέτοντας παράλληλα σημαντική εθνική χρηματοδότηση αν το επιθυμούν. Η στήριξη μπορεί να καταβληθεί ως σταθερό ποσό ανά έκταση, μέσα από τα ήδη υπάρχοντα Στρατηγικά Σχέδια της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, χωρίς να χρειάζεται η δημιουργία νέου διοικητικού πλαισίου από το μηδέν. Είναι μια επιλογή σχεδιασμού που δείχνει πρόθεση να γίνουν όλα με ταχύτητα, αφού αποφεύγει τον χρόνο που θα απαιτούσε ένα εντελώς νέο καθεστώς ενισχύσεων.
Παράλληλα, η Επιτροπή επιτρέπει στις εθνικές αρχές να προχωρήσουν σε αυξημένες προκαταβολές των άμεσων ενισχύσεων πριν από τη συνήθη ημερομηνία έναρξης της καταβολής τους τον Οκτώβριο, δίνοντας έτσι ένα δεύτερο κανάλι ενίσχυσης της ρευστότητας που δεν περνάει καν από το νέο εργαλείο.
Η απόφαση δεν είναι αποκομμένη από το υπόλοιπο έτος άλλα εντάσσεται στο ευρύτερο Σχέδιο Δράσης για τα Λιπάσματα που η Κομισιόν είχε παρουσιάσει την άνοιξη, και συνοδεύεται από ένα έκτακτο πακέτο οικονομικής στήριξης που εγκρίθηκε λίγες μέρες νωρίτερα, μέσα από το Αποθεματικό Κρίσεων της Ένωσης. Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι σαφής και επαναλαμβάνεται σε κάθε ανακοίνωση της τελευταίας περιόδου, η υψηλή εξάρτηση της ευρωπαϊκής γεωργίας από εισαγόμενα λιπάσματα αποτελεί κίνδυνο για την επισιτιστική ασφάλεια και τη στρατηγική αυτονομία της Ένωσης, και η αντιμετώπισή της απαιτεί όχι μόνο άμεση οικονομική στήριξη αλλά και εργαλεία που μειώνουν τη μελλοντική ευπάθεια των παραγωγών σε αντίστοιχες διακυμάνσεις. Με αυτή την έννοια, ο νέος μηχανισμός δεν είναι απλώς ένα ακόμη κονδύλι, αλλά μια προσπάθεια θεσμικής προσαρμογής σε μια συνθήκη που η Ένωση θεωρεί πλέον διαρθρωτική και όχι συγκυριακή.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα για τον Έλληνα παραγωγό… Το εργαλείο, όπως συμβαίνει με μεγάλο μέρος της σημερινής ΚΑΠ, δεν είναι υποχρεωτικό. Είναι μια δυνατότητα που ανοίγει η Ένωση, την οποία κάθε κράτος μέλος καλείται να αξιολογήσει και να ενεργοποιήσει, ή να αφήσει ανεκμετάλλευτη, ανάλογα με τη διοικητική του ετοιμότητα και τις πολιτικές του προτεραιότητες. Είναι η ίδια λογική που είχαμε συναντήσει και στο καθεστώς μικρών γεωργών του Άρθρου 28 της απλούστευσης της ΚΑΠ, μια ενωσιακή δυνατότητα που παραμένει ανενεργή αν η εθνική διοίκηση δεν την ενεργοποιήσει ρητά.
Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει επίσημη ελληνική ανακοίνωση για το αν και πώς θα αξιοποιηθεί ο νέος μηχανισμός ρευστότητας. Είναι κατανοητό πως η απόφαση της Επιτροπής είναι πρόσφατη και η εγχώρια διοίκηση βρίσκεται ήδη σε πλήρη απασχόληση με τη μετάβαση των αγροτικών πληρωμών στην ΑΑΔΕ. Ακριβώς όμως επειδή οι διοικητικοί πόροι είναι περιορισμένοι, το πραγματικό τεστ δεν θα είναι η πολιτική βούληση αλλά ο χρόνος. Ένα εργαλείο σχεδιασμένο για ταχεία ενεργοποίηση χάνει το νόημά του αν η ενεργοποίησή του καθυστερήσει τόσο ώστε να συμπέσει με το τέλος της καλλιεργητικής περιόδου που υποτίθεται πως θα στήριζε. Μη ξεχνάμε πως σε λίγο καιρό θα μπούμε στην επόμενη καλλιεργητική περίοδο στη χώρα μας.
Η ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση των λιπασμάτων δείχνει ωριμότητα σχεδιασμού, αξιοποιεί υπάρχουσες δομές αντί να δημιουργεί νέες, και συνδυάζει άμεση στήριξη με εργαλεία ρευστότητας. Το αν αυτή η ωριμότητα θα μεταφραστεί σε πραγματική ανακούφιση για τον Έλληνα παραγωγό εξαρτάται αποκλειστικά από την ταχύτητα και τη σαφήνεια με την οποία η εθνική διοίκηση θα αποφασίσει αν θα ενεργοποιήσει το εργαλείο. Η ιστορία της ελληνικής ΚΑΠ έχει δείξει επανειλημμένα ότι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που επιτρέπει η Ένωση και σε αυτό που τελικά εφαρμόζεται στην πράξη μπορεί να είναι μεγαλύτερη από όσο θα περίμενε κανείς.



