Την επανεξέταση του σχήματος αντιστάθμισης έμμεσου κόστους εκπομπών CO2 ως προς τις επιλέξιμες βιομηχανίες ζητάει η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας, υπογραμμίζοντας ότι κατά παράβαση των νέων κατευθυντήριων γραμμών κάποιες βιομηχανίες έμειναν εκτός, παρά το γεγονός ότι συγκαταλέγονται στους δικαιούχους με βάση τις νέες κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν από τον Δεκέμβριο του 2025.
Υπενθυμίζεται ότι οι νέοι κανόνες διεύρυναν την «στεφάνη» των δικαιούχων ενσωματώνοντας στη σχετική λίστα, νέους κλάδους όπως πλαστικά, χημικά, λιπάσματα, κλωστοϋφαντουργία, ξυλεία και άλλους τομείς πράγμα που εν τέλει δεν αποτυπώθηκε στην απόφαση του ΥΠΕΝ που στάλθηκε στις Βρυξέλλες για την κατανομή των πόρων που προκύπτουν από την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους εκπομπών CO2. Σημειώνεται ότι τα ποσά αντιστοιχούν στο 2025 με τους νέους δικαιούχους, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές της βιομηχανίας, να μένουν μετέωροι εν αντιθέσει με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές βιομηχανίες που θα λάβουν κανονικά την ενίσχυση.
Από την πλευρά της η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει στην επιστολή της ότι «οι νεοεισερχόμενοι κλάδοι (πλαστικά, χημικά, λιπάσματα), παρά την πρόβλεψη στις νέες Κατευθυντήριες C2026/196, δεν θα πάρουν ενίσχυση για το 2025, ενώ είναι προφανές ότι οι ευρωπαίοι ανταγωνιστές τους θα τη λάβουν. Μάλιστα μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται μεγάλες βιομηχανίες με κατανάλωση άνω των 60.000 MWh».
Χρειάζεται να σημειωθεί ότι ο μηχανισμός αντιστάθμισης συνιστά βασικό εργαλείο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας πράγμα που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε περιόδους αυξημένου ενεργειακού κόστους και πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις επιχειρήσεων και βιομηχανιών που εμφανίζουν υψηλές καταναλώσεις.
Ενδεικτικά, η ΕΒΙΚΕΝ σημειώνει, μεταξύ άλλων, απευθυνόμενη στον Υφυπουργό ότι «είναι γνωστό ότι η Αντιστάθμιση CO2 (εκτός της αμελητέας για αυτού του μεγέθους βιομηχανίες έκπτωσης στα ΥΚΩ) αποτελεί τη μόνη ενίσχυση που δύνανται νομίμως να λάβουν αυτοί οι κλάδοι, καθώς κατά δήλωσή σας η Αντιστάθμιση ως μέτρο υπερτερεί της εφαρμογής του CISAF».
Χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι η τήρηση των ευρωπαϊκών «προδιαγραφών» όπως ορίζονται από τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες δεν συνεπάγεται πρόσθετα κεφάλαια για την εξυπηρέτηση του μηχανισμού παρά διαφορετική κατανομή των υφιστάμενων. Σύμφωνα με την επιστολή της ΕΒΙΚΕΝ, το ποσό που διατίθεται για την αντιστάθμιση αντιστοιχεί στο 20% των εσόδων από του πλειστηριασμούς δικαιωμάτων εκπομπών, ήτοι περίπου 227,6 εκατ. ευρώ, όταν θα έπρεπε να διαμορφωθεί στο 25% με βάση τα τελικά στοιχεία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Η προσθήκη των νέων δικαιούχων, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, συνεπάγεται μια πρόσθετη ανάγκη πόρων της τάξης των 10 εκατ. ευρώ πράγμα που ωστόσο έρχεται σε δεύτερη μοίρα στις αντιδράσεις της βιομηχανίας με την προσοχή να εστιάζει στην μη ορθή κατανομή, χωρίς να γίνεται λόγος για συνολικότερες αλλαγές στη φιλοσοφία του μηχανισμού.
Σε κάθε περίπτωση, οι κλάδοι που δικαιούντο και εν τέλει έμειναν εκτός του μηχανισμού αντιστάθμισης ζητούν την επανεξέταση της σχετικής απόφασης υπογραμμίζοντας τον αρνητικό αντίκτυπο που θα έχει για την λειτουργίας τους το ενδεχόμενο να στερηθούν αυτά τα ποσά όταν οι ευρωπαίοι ανταγωνιστές τους κάνουν τους υπολογισμούς τους με αυτά στην εξίσωση.
Από την πλευρά της η ΕΒΙΚΕΝ καταλήγει στην επιστολή της λέγοντας ότι «αδυνατούμε όμως να αντιληφθούμε τον λόγο γιατί εξαιρούνται οι εν λόγω βιομηχανίες, ενώ σας δίνεται η δυνατότητα από την απόφαση της Επιτροπής και παρά το γεγονός ότι αναφερόμαστε σε μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες. Σας καλούμε να επανεξετάσετε το θέμα».



