Η νορβηγική εταιρεία YARA, είναι ο μεγαλύτερος παγκόσμιος παραγωγός αζωτούχων λιπασμάτων, αυτών που «υποφέρουν περισσότερο» από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Πριν λίγες ημέρες, ανακοίνωσε τα οικονομικά αποτελέσματα Α' τριμήνου του 2026, που περιλαμβάνουν ένα μήνα πολεμικών αναταραχών και εκπληκτικής αύξησης της τιμής τους. Οι πωλήσεις της, εκτοξεύτηκαν από 3,648 δισ. σε 4,259 δισ. δολάρια (+17%) και τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων από 566 σε 908 εκατ. δολ. (+60%).
Οι πωλήσεις σε όγκο παρέμεναν σχεδόν αμετάβλητες! Η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων διπλασιάστηκε σε ετήσια βάση από 6% σε 12,2%! Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Yara, Svein Tore Holsether, δήλωσε ότι το τρίμηνο «παρουσίασε ισχυρά αποτελέσματα, τα οποία αντικατοπτρίζονται στα αυξημένα περιθώρια αζώτου, στους σταθερούς όγκους πωλήσεων και στη συνεχή εστίαση στην επιχειρησιακή απόδοση».
Υπόδειγμα καινοτομίας και περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, αλλά...
Η ΥΑRΑ, υπερηφανεύεται για πολλά πράγματα, δύο εκ των οποίων έχουν σχέση με την εξαιρετική πορεία της κερδοφορίας. Το πρώτο είναι το πολύ αποτελεσματικό παγκόσμιο σύστημα λειτουργίας της εταιρείας, ώστε να ανταποκρίνεται στις συχνές κι έντονες αναταράξεις της αγοράς. Το δεύτερο, είναι η εκτεταμένη χρήση ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, περιλαμβανομένων των άφθονων υδατοπτώσεων στη Νορβηγία, στην πολύ ενεργοβόρα παραγωγή λιπασμάτων, επιτυγχάνοντας μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος έως και 95% (ειδικά στο πλέον επικίνδυνο αέριο του θερμοκηπίου το διοξείδιο του αζώτου).
Στην παρουσίαση των τρίμηνων αποτελεσμάτων, δόθηκαν διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία: Οι αγορές του Βορείου κυρίως ημισφαιρίου, είναι καλυμμένες με βάση τα συνήθη ισχύοντα, αλλά είναι λογικό να περιμένουμε μια πτώση της κατανάλωσης της τάξης του 5 ή 10%. Το γεγονός ότι οι τιμές της ουρίας αυξήθηκε περισσότερο από τις τιμές της ενέργειας, φαίνεται ότι δίνει κάποιο πλεονέκτημα στην ευρωπαϊκή παραγωγή λιπασμάτων.
Η παγκόσμια αγορά λιπασμάτων είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και με πολλά κομμάτια, που έχουν τα απολύτως δικά τους χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, το θειάφι, η τιμή του οποίου έχει και αυτή επηρεαστεί από τα γεγονότα του Κόλπου, είναι πολύ σημαντικό για κάποιους τύπους λιπασμάτων και λιγότερο για άλλους. Η πολιτική τιμών των λιπασμάτων της Κίνας στην εγχώρια αγορά της, μιας αγοράς με τεράστιο εθνικό μέγεθος αλλά και ένα πολύ μεγάλο εξαγωγικό πλεόνασμα, επηρεάζει άμεσα την παγκόσμια αγορά σε όρους τόσο ποσοτήτων όσο και τιμών. Και ως γνωστό, εκεί οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πάντοτε με προφανή ορθολογικά κριτήρια. Το μέγεθος της Ινδίας, κυρίως στην ουρία και οι κυβερνητικές αποφάσεις στήριξης της τοπικής αγροτικής οικονομίας, είναι κι αυτές απόλυτα καθοριστικές για την πορεία της αγοράς.
Αντέχει το παγκόσμιο σύστημα διατροφής έντονες και συνεχείς αναταράξεις;
Αναφέρουμε όλα αυτά, διότι όπως σωστά επισημάνθηκε στην παραπάνω παρουσίαση: «το λίπασμα είναι η μισή παραγωγή». Και θα συμπληρώσουμε εμείς ότι είναι η δεύτερη φορά σε μια πενταετία, όπου η αναταραχή στις παγκόσμιες αγορές των λιπασμάτων, επηρεάζουν το πιάτο των καταναλωτών στις ανεπτυγμένες χώρες, αλλά και το βασικό φαγητό χωρών που δεν το διαθέτουν σε επάρκεια.
Η διεθνής κοινότητα, περιλαμβανομένης της επιστημονικής οικονομικής κοινότητας, θα πρέπει να αρχίσει να σκέπτεται μια μόνιμη φόρμουλα, όπου το λίπασμα που επηρεάζει τη μισή παραγωγή, δεν θα πρέπει να επηρεάζει το άλλο μισό του φαγητού στο τραπέζι του καταναλωτή, σε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο. Η επίτευξη επιπλέον κερδών ύψους 60%, είναι σε κάθε περίπτωση εντυπωσιακή και οφείλεται μεταξύ άλλων και σε επιτυχημένες επιχειρηματικές επιλογές της εταιρείας. Αλλά, το μεγαλύτερο μέρος οφείλεται στην επιπλέον αύξηση της τιμής πώλησης λόγω των πολεμικών γεγονότων, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των κοστολογίων.
Στην παρούσα οικονομική φάση ολόκληρης της ανθρωπότητας, δεν τίθεται το ερώτημα εάν το υψηλό κέρδος είναι νόμιμο άρα και ηθικό, ερώτημα που μας απασχόλησε πριν χρόνια, αλλά εάν υποσκάπτεται η ίδια η υπόσταση του συστήματος παραγωγής τροφής, όπως το ξέραμε μέχρι τώρα.
Το αγροτικό επάγγελμα σήμερα, δεν είναι καθόλου σύγχρονο και άρα ελκυστικό στους νέους ανθρώπους, αφού τα πάντα (εισροές, τιμές, αποδόσεις) είναι μεταβλητά, και κατά συνέπεια δεν μπορούν να στηρίξουν προβλεπόμενο εισόδημα και οικογένεια. Το παράδειγμα της παγκόσμιας κτηνοτροφίας είναι χαρακτηριστικό: πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει ομαλή διαδοχή στην ζωική παραγωγή, με αποτέλεσμα το μοσχάρι να έχει φτάσει τα 20 ευρώ το κιλό μέσα σε μόλις 2 ή τρία χρόνια και το αρνί, κλασικό προϊόν θρησκευτικών εορτών κυρίως στην Μεσόγειο, να αντιπροσωπεύει σημαντικό μέρος ενός μηνιαίου μισθού.
Σκεφτείτε να αρχίσουν ή καλύτερα να συνεχιστούν αφού ήδη οι τιμές έχουν ανέβει πολύ τέτοια φαινόμενα και στα φρέσκα προϊόντα… Και το επισημαίνουμε αυτό, διότι το υψηλό κόστος παραγωγής τους, οι αβεβαιότητες διάθεσης σε λογική τιμή και η απόλυτη βεβαιότητα ότι θα υπάρχει πρόβλημα εργατών συγκομιδής, οδηγούν τους καλλιεργητές να καλλιεργούν ολοένα και πιο συντηρητικά.
Οι συνεχείς αυξήσεις στο κόστος παραγωγής στο χωράφι, με δυσανάλογα μικρότερη αύξηση των τιμών πώλησης αγροτικών προϊόντων, είναι προφανές ότι υποσκάπτουν την υπόσταση της αγροτικής παραγωγής. Μέχρι να βρεθεί μια διαφορετική αποτελεσματική μέθοδος τροφής (θυμάστε τις αποτυχίες του κρέατος εργαστηρίου ή των θερμοκηπίων σε εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις σε πόλεις) πρέπει όλοι να «βάλουν πλάτη» να διατηρηθεί μια λογική σχέση μεταξύ τιμών προϊόντων διατροφής και διαθέσιμου εισοδήματος καταναλωτών και παραγωγών, η οποία προς το παρόν έχει διαταραχθεί.
Η διαταραχή αυτή, έχει ήδη ακουμπήσει και άλλους βιομηχανικούς κλάδους, όπως αυτόν της γεωργικής μηχανολογίας και των τρακτέρ, με πλήθος «θυμάτων» σε μικρότερες και περιφερειακές επιχειρήσεις. Ας δράσουμε, λοιπόν, όχι προληπτικά, αυτό το χάσαμε, αλλά απλώς έγκαιρα, πριν οι εξελίξεις πάρουν ανεξέλεγκτες μορφές.