Η νέα πολεμική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη περάσει με ορμή από το γεωπολιτικό πεδίο στις διεθνείς αγορές ενέργειας και πλέον αποτυπώνεται καθαρά και στην ελληνική αντλία, με την κυβέρνηση να ανακοινώνει ήδη από τη Δευτέρα το πρωί δέσμη μέτρων στήριξης προκειμένου να περιοριστεί η επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
- Διαβάστε ακόμα - Τα μέτρα για fuel pass, diesel κίνησης, λιπάσματα και ακτοπλοϊκά εισιτήρια - Αναλυτικοί πίνακες
Με το Brent να έχει κινηθεί τις προηγούμενες ημέρες ακόμη και πάνω από τα 110–115 δολάρια το βαρέλι, καθώς η αγορά τιμολόγησε τον κίνδυνο σοβαρών διαταραχών στις ροές πετρελαίου και LNG μέσω των Στενών του Ορμούζ, οι τιμές καυσίμων στην Ελλάδα έχουν ήδη εκτοξευθεί σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη της κρίσης στις 28 Φεβρουαρίου. Ωστόσο, η σημερινή εικόνα εμφανίζει μια πρώτη, συγκρατημένη αποκλιμάκωση, μετά και την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για προσωρινή, πενθήμερη αναστολή επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές του Ιράν, κίνηση που λειτούργησε ως σήμα αποκλιμάκωσης και οδήγησε σε διόρθωση των τιμών προς την περιοχή των 100–103 δολαρίων.
- Διαβάστε ακόμα - Fuel pass: Πότε ανοίγει η πλατφόρμα - Αναλυτικά οι δικαιούχοι
Παρά τη διόρθωση αυτή, η αγορά δεν επιστρέφει σε κανονικότητα. Οι έντονες διακυμάνσεις των προηγούμενων ημερών έχουν ήδη «περάσει» στην αλυσίδα τιμών και, ακόμη και αν υπάρξουν προσωρινά διαλείμματα αποκλιμάκωσης, οι επιπτώσεις από τα πρόσφατα σοκ δεν μπορούν να ανακοπούν αυτόματα. Με πιο απλά λόγια, η ένταση μπορεί να μειώνεται σε επίπεδο τίτλων, όμως η επίδρασή της στις τιμές καυσίμων, στο κόστος μεταφορών και συνολικά στην οικονομία θα συνεχίσει να εμφανίζεται τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες.
Αβεβαιότητα για τη διάρκεια της κρίσης
Σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία έχει και η τοποθέτηση της κυβέρνησης για τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, το μεσημέρι της Δευτέρας, κατά την παρουσίαση των μέτρων στήριξης: «Δεν γνωρίζουμε τη διάρκεια αυτής της κρίσης. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για μια διαταραχή λίγων μηνών ή για μια πιο παρατεταμένη περίοδο υψηλών τιμών στην ενέργεια. Και ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε τη διάρκειά της, υπογραμμίζεται η ευθύνη μας να κινηθούμε ψύχραιμα και υπεύθυνα. Δεν μπορούμε να εξαντλήσουμε όλα τα διαθέσιμα δημοσιονομικά εργαλεία από την αρχή. Θα κινηθούμε σταδιακά, θα παρακολουθούμε καθημερινά τις εξελίξεις και, εφόσον χρειαστεί, θα επανέλθουμε».
Σε υψηλά επίπεδα παραμένουν οι τιμές στην αντλία
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Ανάπτυξης, η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης διαμορφώνεται στα 2,023 ευρώ το λίτρο, του ντίζελ κίνησης στα 2,025 ευρώ και του πετρελαίου θέρμανσης στα 1,616 ευρώ. Μία ημέρα πριν από την έναρξη της κρίσης, στις 27 Φεβρουαρίου, οι αντίστοιχες τιμές ήταν 1,751 ευρώ για την αμόλυβδη, 1,565 ευρώ για το ντίζελ κίνησης και 1,179 ευρώ για το πετρέλαιο θέρμανσης. Αυτό σημαίνει αύξηση κατά 0,272 ευρώ ή 15,5% για την αμόλυβδη, κατά 0,46 ευρώ ή 29,4% για το ντίζελ κίνησης και κατά 0,437 ευρώ ή 37,1% για το πετρέλαιο θέρμανσης.
Το ρίσκο του Ορμούζ και το νέο ενεργειακό premium
Το ράλι δεν οφείλεται μόνο στον φόβο μιας γενικής ανάφλεξης και την άνοδο του Brent. Η αγορά βλέπει πλέον ένα πολύ πιο συγκεκριμένο και μετρήσιμο ρίσκο: τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, παραμένουν το πιο κρίσιμο choke point του πλανήτη για την ενέργεια, ενώ οι απειλές για πλήρη διακοπή της ναυσιπλοΐας ή για νέα χτυπήματα σε υποδομές έχουν αυξήσει απότομα το γεωπολιτικό premium στις τιμές. Ο ίδιος ο Fatih Birol, επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, προειδοποίησε ότι η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει «major, major threat», τονίζοντας ότι η σημερινή ενεργειακή κρίση είναι, σε αθροιστικούς όρους, βαρύτερη από τα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970 και από το σοκ στην αγορά φυσικού αερίου που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η κρίση δεν περιορίζεται πλέον στο πετρέλαιο, αλλά επεκτείνεται στο φυσικό αέριο, στο LNG και στις θαλάσσιες μεταφορές, δηλαδή σε ολόκληρη την ενεργειακή αλυσίδα. Και ακριβώς αυτή η διεύρυνση του ρίσκου είναι που μεταφέρεται πλέον με ταχύτητα και στην ελληνική αγορά.
Πόσο θα κρατήσει η πίεση στις τιμές
Για την ελληνική αγορά, το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι τιμές αυξάνονται – αυτό έχει ήδη συμβεί – αλλά πόσο θα διαρκέσει η πίεση και σε ποιο επίπεδο θα σταθεροποιηθεί.
Σε ένα σενάριο σχετικής αποκλιμάκωσης, όπως αυτό που επιχειρεί να σηματοδοτήσει η προσωρινή παύση επιθέσεων, όπου δεν θα υπάρξουν νέα σοβαρά πλήγματα και η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θα συνεχιστεί, οι τιμές θα μπορούσαν να σταθεροποιηθούν σε υψηλά αλλά διαχειρίσιμα επίπεδα. Το Brent θα κινείται κοντά ή λίγο πάνω από τα 100 δολάρια, με τη βενζίνη γύρω ή πάνω από τα 2 ευρώ. Ωστόσο, η αγορά δεν επιστρέφει άμεσα στην προηγούμενη ισορροπία, καθώς το «κύμα» των αυξήσεων έχει ήδη διαχυθεί.
Εάν όμως η ένταση παραταθεί, το Brent μπορεί να κινηθεί εκ νέου προς τα 115–125 δολάρια, με τη βενζίνη να πλησιάζει τα 2,20–2,30 ευρώ. Σε ένα δυσμενέστερο σενάριο, με σοβαρή διακοπή ροών, οι τιμές μπορεί να κινηθούν προς τα 130–150 δολάρια, μετατρέποντας την ενεργειακή κρίση σε γενικευμένο οικονομικό σοκ.
Η απάντηση της κυβέρνησης στο νέο κύμα ακρίβειας
Για να περιοριστεί η επιβάρυνση, τη Δευτέρα το πρωί ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ανακοίνωσε μέτρα για το δίμηνο Απριλίου – Μαΐου.
Η κυβέρνηση παρεμβαίνει στο diesel κίνησης με επιδότηση 16 λεπτών το λίτρο (20 λεπτά με ΦΠΑ), ενώ για τα νοικοκυριά θεσπίζεται ψηφιακή κάρτα καυσίμων (fuel pass), με ενίσχυση που αντιστοιχεί περίπου σε 50 ευρώ το δίμηνο για την ηπειρωτική χώρα και 60 ευρώ για τα νησιά.
Παράλληλα, προβλέπεται επιχορήγηση 15% για λιπάσματα στους αγρότες και αποζημίωση προς τις ναυτιλιακές εταιρείες ώστε να συγκρατηθούν τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια.
Η αργή προσαρμογή των τιμών
Η τρέχουσα συγκυρία δείχνει ότι ακόμη και όταν εμφανίζονται ενδείξεις αποκλιμάκωσης, η αγορά ενέργειας δεν «σβήνει» από τη μια μέρα στην άλλη την ένταση που έχει προηγηθεί. Οι τιμές προσαρμόζονται πιο αργά προς τα κάτω από ό,τι ανεβαίνουν και τα σοκ μεταφέρονται σταδιακά στην οικονομία.
Αυτό σημαίνει ότι το επόμενο διάστημα θα είναι μια φάση προσαρμογής, όπου η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις επόμενες γεωπολιτικές κινήσεις, αλλά και από το πόσο γρήγορα μπορεί να απορροφηθεί η πίεση που ήδη έχει δημιουργηθεί. Σε κάθε περίπτωση, η σταθερότητα δεν επανέρχεται αυτόματα – κερδίζεται σταδιακά.