Τα πλήγματα που επέφερε το Ιράν σε ενεργειακές εγκαταστάσεις γειτονικών χωρών τις τελευταίες ώρες προκαλούν νευρική κρίση στις διεθνείς αγορές. Οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές στην περιοχή του Κόλπου απειλούν να διαταράξουν τις διεθνείς ενεργειακές ροές σε χρονικό ορίζοντα ο οποίος εκτείνεται πολύ πέραν του τερματισμού της στρατιωτικής σύγκρουσης – όποτε κι αν επέλθει αυτός.
Απολύτως ενδεικτικά της σοβαρότητας της κατάστασης είναι οι δηλώσεις του CEO της QatarEnergy, ο οποίος είπε στο Reuters ότι το Κατάρ έχει ήδη απωλέσει το 17% της παραγωγικής του δυναμικότητας σε υγροποιημένο φυσικό αέριο, για διάστημα που μπορεί να διαρκέσει από τρία έως πέντε χρόνια. Διευκρινίζοντας, βεβαίως, ότι οι εργασίες αποκατάστασης και η επανέναρξη της παραγωγής προϋποθέτει τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Τα χειρότερα σενάρια
Μέχρι σήμερα, ξένοι οίκοι και αναλυτές έχουν περιγράψει διάφορα σενάρια και υποθέσεις για την πιθανή διάρκεια του πολέμου, το πιθανό εύρος της ανόδου των διεθνών τιμών της ενέργειας και τις επιπτώσεις σε πληθωρισμό και ανάπτυξη. Ακόμη κι αν δεν συγκεντρώνουν, ακόμη, τις μεγαλύτερες πιθανότητες επαλήθευσης, τα αρνητικά σενάρια των αναλυτών έχουν δύο κοινούς παρονομαστές: την παράταση των εχθροπραξιών και την καταστροφή ενεργειακών υποδομών. Κι αν για τη διάρκεια της σύγκρουσης δεν υπάρχει ακόμη καμία ασφαλής εκτίμηση, η καταστροφή ενεργειακών υποδομών είναι κάτι που ήδη συμβαίνει.
Με λίγα λόγια, όσο η σύγκρουση συνεχίζεται και όσο στοχοποιούνται ενεργειακές υποδομές, τόσο πιο κοντά έρχεται η επαλήθευση των χειρότερων σεναρίων. Ποια είναι αυτά τα σενάρια; Ενδεικτικά, σύμφωνα με τη Berenberg οι τιμές του πετρελαίου είναι πιθανό να ξεπεράσουν κατά πολύ τα 150 δολάρια το βαρέλι. Η ING εκτιμά ότι η μέση τιμή του brent ενδέχεται να διαμορφωθεί σε 120 και 115 δολάρια στο β’ και γ’ τρίμηνο αντίστοιχα (έναντι 76 δολαρίων στο α’ τρίμηνο), πριν υποχωρήσει στα 105 δολάρια στο δ’ τρίμηνο, με τη μέση τιμή για το σύνολο του έτους να κλείνει στα 104 δολάρια.
Ασφαλώς, έχει μεγάλη σημασία για την εξέλιξη των τιμών της ενέργειας το ποιες ακριβώς είναι οι ενεργειακές υποδομές που στοχοποιούνται από το Ιράν και ποια ακριβώς είναι η έκταση των ζημιών που υφίστανται, όσο «εντυπωσιακές» κι αν είναι οι εικόνες εγκαταστάσεων που φλέγονται. Για όσο διάστημα όμως αυτός ο πόλεμος συνεχίζεται σε αυτό το μοτίβο, δύσκολα μπορεί κανείς να αισιοδοξεί, στην παρούσα χρονική στιγμή, ότι η κατάσταση δεν θα επιδεινωθεί.
Η αξιοπιστία των ιρανικών απειλών
Ταυτόχρονα, οι τελευταίες εξελίξεις καταδεικνύουν και κάτι ακόμα, το οποίο δεν διαφεύγει της προσοχής των αγορών. Τα τελευταία χτυπήματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις χωρών του Κόλπου επαληθεύουν την αξιοπιστία των ιρανικών απειλών. Εξίσου σημαντικό με το γεγονός ότι το Ιράν είναι ακόμα σε θέση να επιφέρει τέτοια πλήγματα, παρά τις συντριπτικές επιθέσεις που έχει δεχθεί, είναι και το ότι δεν εκτοξεύει απειλές εν κενώ, αντιθέτως φροντίζει, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, να καθιστά τις απειλές του αξιόπιστες.
Αυτό το στοιχείο της αξιοπιστίας των ιρανικών απειλών θα παίξει σημαντικό ρόλο και στη συνέχεια. Διότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν το Ιράν μπορεί να πλήξει ενεργειακές υποδομές, αλλά αν οι αγορές πιστεύουν ότι είναι διατεθειμένο να το κάνει συστηματικά και σε μεγαλύτερη κλίμακα. Από τη στιγμή που αυτή η απειλή καθίσταται αξιόπιστη, παύει να λειτουργεί ως tail risk, μετατρέπεται σε παράγοντα τιμολόγησης και αρχίζει να ενσωματώνεται στις βασικές παραδοχές των αγορών.
Σε ό,τι αφορά τα Στενά του Ορμούζ, ακόμη κι αν το Ιράν δεν είναι σε θέση να επιβάλει με στρατιωτικά μέσα την πλήρη διακοπή της ναυσιπλοΐας, η πιθανότητα επαναλαμβανόμενων επιθέσεων αρκεί για να διατηρήσει τα ασφάλιστρα κινδύνου στα ύψη, να περιορίσει τη διαθεσιμότητα πλοίων και να επιβραδύνει τις ροές πετρελαίου και LNG. Οι ναυτιλιακές εταιρείες και οι ασφαλιστές δεν χρειάζεται να δουν το χειρότερο σενάριο να υλοποιείται για να αντιδράσουν, αντιθέτως, αρκεί να θεωρήσουν ότι αυτό είναι πλέον πιθανό.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν, μετά το τέλος του πολέμου, οι αγορές θα συνεχίσουν να τιμολογούν τον Κόλπο ως μόνιμη πηγή διαταραχών. Εδώ έγκειται το στρατηγικό πλεονέκτημα της Τεχεράνης, σε περίπτωση που δεν υπάρξει αλλαγή καθεστώτος. Ενώ θεωρείται βέβαιο ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα ηττηθεί στρατιωτικά, αρκεί να διατηρήσει μια ελάχιστη δύναμη πυρός ικανή να επηρεάζει τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές και να τροφοδοτεί την αβεβαιότητα, προκαλώντας δυσανάλογα μεγάλο κόστος στην παγκόσμια οικονομία.