Επιφυλακτικός για τον αντίκτυπο του πολέμου στο Ιράν στις τιμές της ενέργειας εμφανίστηκε ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, στην καθιερωμένη Συνέντευξη Τύπου μετά την απόφαση της FOMC να αφήσει εκ νέου αμετάβλητα τα επιτόκια (στο εύρος 3,5%-3,75% με σήμα για μία μείωση το 2026 και άλλη μία περικοπή το 2027 και αναβάθμιση του forecast για ανάπτυξη - πληθωρισμό) στέλνοντας ηχηρό μήνυμα για την παρουσία του στο «τιμόνι» της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.
Στην αρχική του τοποθέτηση, ο κ. Πάουελ επεσήμανε ότι η στέγαση στις ΗΠΑ «παρέμεινε αδύναμη» ενώ για τον πληθωρισμό ελέω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, με το ράλι των τιμών στα καύσιμα υπογράμμισε πως: «αυτές οι αυξημένες τιμές, σε μεγάλο βαθμό, αντανακλούν τον πληθωρισμό στον τομέα των αγαθών, ο οποίος έχει ενισχυθεί από τις επιπτώσεις των δασμών».
«Οι βραχυπρόθεσμες μετρήσεις των προσδοκιών για τον πληθωρισμό έχουν αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες, πιθανότατα αντανακλώντας τη σημαντική άνοδο των τιμών του πετρελαίου που προκαλείται από τις διαταραχές του εφοδιασμού στη Μέση Ανατολή» εξήγησε ο επικεφαλής της Fed, συμπληρώνοντας πως οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας θα αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό βραχυπρόθεσμα, αλλά είναι «πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε το εύρος και τη διάρκεια των πιθανών επιπτώσεων στην οικονομία».
«Είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε το εύρος και τη διάρκεια των πιθανών επιπτώσεων στην οικονομία» υπογράμμισε χαρακτηριστικά ενώ επανέλαβε πως η νομισματική πολιτική, «δεν βρίσκεται σε προκαθορισμένη πορεία», προσθέτοντας ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση με βάση τα εισερχόμενα δεδομένα και τις προσδοκίες και την ισορροπία κινδύνων.
Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι «γνωρίζουμε καλά» τι συνέβη με τον πληθωρισμό τα τελευταία χρόνια. «Αυτό που είναι σημαντικό για φέτος είναι να δούμε πρόοδο στον πληθωρισμό μέσω της μείωσης των πιέσεων στις τιμές των αγαθών. Αυτό είναι το κύριο πράγμα που αναζητούμε για σημάδια προόδου στη μάχη για να επιστρέψουμε στο 2%» διευκρίνισε, επιμένοντας στον αντίκτυπο των δασμών στην ακρίβεια των αγαθών.
«Αυτό που είναι πολύ σημαντικό που βλέπουμε φέτος είναι η πρόοδος στον πληθωρισμό μέσω της μείωσης των πιέσεων στις τιμές αγαθών καθώς οι εφάπαξ επιπτώσεις των δασμών, περνούν από το σύστημα, περνούν από την οικονομία. Αυτό είναι το κύριο πράγμα που αναζητούμε. Όμως, εάν δεν υπάρξει πρόοδος, τότε αυτό δεν προμηνύει καλά νέα για μείωση επιτοκίων», αποσαφήνισε.
«Είναι τυπικό να εξετάζουμε μια άνοδο της τιμής της ενέργειας, αλλά το πλαίσιο στο οποίο τελείται είναι σημαντικό. Τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα τώρα λόγω των τελευταίων ετών και του άλματος του πληθωρισμού των τιμών των αγαθών από τους δασμούς. Επομένως, δεν είναι ότι αυτό το άλμα στην τιμή της ενέργειας συμβαίνει μεμονωμένα και μπορεί απλώς να αγνοηθεί» σχολίασε.
Όταν ρωτήθηκε για μία μείωση των επιτοκίων, ανέφερε πως υπάρχουν 19 άτομα, που σημαίνει 19 λόγοι και 19 μεμονωμένες απόψεις ενώ εστίασε στο ζήτημα του πετρελαίου. «Το ζήτημα του να εξετάσουμε πότε θα προκύψει θα είναι κάτι που πρέπει να προσεγγίσουμε με σπουδή. Το οικονομικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο, θα μπορούσε να είναι μικρότερο, θα μπορούσε να είναι πολύ μικρότερο ή πολύ μεγαλύτερο. Απλώς δεν ξέρουμε» απάντησε για τον πιθανό αντίκτυπο του πολέμου στο Ιράν.
«Η οικονομία των ΗΠΑ τα πάει, ξέρετε, πολύ καλά. Απλώς δεν ξέρουμε ποιες θα είναι οι επιπτώσεις αυτού του πολέμου και πραγματικά, κανείς δεν ξέρει. Η πρόβλεψή μας είναι ότι θα σημειώσουμε πρόοδο στον πληθωρισμό. Θα έρθει. Καθώς αρχίζουμε να βλέπουμε, στα μέσα του έτους, σημειώνεται πρόοδος στους δασμούς, αποκλιμακώνεται ο αντίκτυπος των δασμών. Θα το δούμε αυτό. Η κίνηση των επιτοκίων εξαρτάται από τις επιδόσεις της οικονομίας. Αν λοιπόν δεν δούμε πρόοδο, δεν θα δείτε μείωση επιτοκίων» τόνισε.
Ξεκαθάρισε ότι «κανείς δεν γνωρίζει» τον πλήρη οικονομικό αντίκτυπο των υψηλότερων τιμών της ενέργειας στον πληθωρισμό, ενώ τα επιτόκια θα μπορούσε να πει κανείς ότι βρίσκονται γύρω από το «υψηλό άκρο του ουδέτερου σημείο» ή ήπια περιοριστικά. Το πληρέστερο απόσπασμα του Πάουελ σχετικά με το θέμα: «Είναι σημαντικό να διατηρηθεί η πολιτική είτε ήπια περιοριστική είτε κοντά σε αυτό, αλλά όχι πολύ περιοριστική λόγω των καθοδικών κινδύνων στην αγορά εργασίας. Εξισορροπούμε τους 2 κινδύνους» αντέτεινε.
«Η αγορά εργασίας σαφώς δεν αποτελεί πηγή πληθωριστικών πιέσεων. Αυτό που θέλουμε να δούμε φέτος είναι η συνεχής πρόοδος στις υπηρεσίες, να δούμε επιτέλους τον πληθωρισμό αγαθών να υποχωρεί και να λάβουμε επίσης κάποια βοήθεια από τομείς εκτός στέγασης» δήλωσε και γνωστοποίησε ότι δεν θα φύγει από τη Fed μέχρι να τελειώσει η έρευνα της Δικαιοσύνης.
Ταυτόχρονα, κατέστησε σαφές πως θα υπηρετήσει στο «τιμόνι» έως ότου ο διάδοχός του, Κέβιν Γουόρς οριστεί νέος πρόεδρος της Fed, όμως δεν έχει λάβει ακόμη την απόφαση για το αν θα υπηρετήσει τη θητεία του ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Fed μέχρι τον Ιανουάριο του 2028. «Δεν έχω καμία πρόθεση να αποχωρήσω από το ΔΣ μέχρι να τελειώσει η ποινική έρευνα οριστικά και με διαφάνεια» διασαφήνισε.
«Επιφυλάσσομαι να χρησιμοποιήσω τον όρο "στασιμοπληθωρισμός", γιατί ξέρετε, για ένα πολύ πιο σοβαρό σύνολο περιστάσεων. Δεν είναι αυτή η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Αυτό που έχουμε είναι κάποια ένταση μεταξύ των στόχων και προσπαθούμε να διαχειριστούμε τον δρόμο μας. Είναι μια πολύ δύσκολη κατάσταση, αλλά δεν μοιάζει καθόλου με αυτό που αντιμετώπισαν τη δεκαετία του 1970» έσπευσε να συμπληρώσει.
Κατά τον ίδιο, η ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας μέσα από τους κραδασμούς των τελευταίων ετών ήταν «καταπληκτική», ενώ «δεν θα χρησιμοποιούσε καθόλου» τη λέξη «βέβαιο» όσον αφορά το κόστος καυσίμων για την ώθηση στον πληθωρισμό. «Υποθετικά, θα πρέπει να είναι ένα κλασικό, εφάπαξ πράγμα όσον αφορά τις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας. Η θεωρία είναι μάλλον σωστή. Αλλά ο χρόνος που χρειάζεται για να λειτουργήσει στην οικονομία είναι πολύ αβέβαιος».
Υπενθύμισε πως το άλμα των τιμών που προερχόταν από τον Covid θεωρητικά θα εξαφανιζόταν επίσης, αλλά χρειάστηκε «δύο χρόνια περισσότερο από ό,τι πιστεύαμε». «Πρέπει να είμαστε ταπεινοί για να γνωρίζουμε πόσο καιρό θα χρειαστούν για να περάσουν οι δασμοί στην οικονομία» εξήγησε, εκτιμώντας πως «θα χρειαστούν μερικά έτη για να κάνουν τους ανθρώπους να αισθανθούν ξανά καλύτερα».