Το οικονομικό αποτύπωμα που θα μπορούσε να έχει για το ελληνικό Δημόσιο η αξιοποίηση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, αλλά και το μοντέλο με το οποίο προωθούνται οι έρευνες στη χώρα, βρέθηκαν στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης της Ειδικής Επιτροπής Εμπορίου της Βουλής.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στις συμβάσεις μίσθωσης έχουν ήδη υπογραφεί μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και των εταιρειών Chevron και Helleniq Energy (μέσω της Helleniq Upstream) και αφορούν την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε τέσσερις θαλάσσιες περιοχές, νοτίως της Πελοποννήσου «Α2», νοτίως της Πελοποννήσου «Νότια της Πελοποννήσου», καθώς και νοτίως της Κρήτης «Νότια της Κρήτης 1» και «Νότια της Κρήτης 2» ενώ την Πέμπτη αναμένεται να εισαχθεί στην Ολομέλεια.
Κατά την τοποθέτησή του, ο διευθύνων σύμβουλος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ), Αριστοφάνης Στεφάτος, ανέφερε ότι με βάση τα οικονομικά μοντέλα της εταιρείας το ποσοστό επιστροφής προς το ελληνικό Δημόσιο από ενδεχόμενη παραγωγή υδρογονανθράκων θα μπορούσε να κινηθεί περίπου στο 38% έως 41% των κερδών. Την ίδια στιγμή υποστήριξε ότι στο σχήμα που εφαρμόζεται στην Ελλάδα το επενδυτικό ρίσκο αναλαμβάνουν οι εταιρείες που συμμετέχουν στις έρευνες, ενώ δεν προβλέπεται άμεση χρηματοδότηση από δημόσιους πόρους.
Εκτίμηση για έσοδα έως 41% των κερδών στο Δημόσιο από πιθανά κοιτάσματα
Η ΕΔΕΥΕΠ έχει εκπονήσει από το 2022 οικονομικά μοντέλα προσομοίωσης για μεγάλα πιθανά κοιτάσματα, προκειμένου να αποτυπωθεί το εύρος των εσόδων που θα μπορούσαν να προκύψουν για το Δημόσιο σε περίπτωση επιτυχούς εκμετάλλευσης. Με βάση αυτές τις προσεγγίσεις, το ποσοστό επιστροφής προς το κράτος μπορεί να κινηθεί μεταξύ 38% και 41% των κερδών, ανάλογα με το ύψος των επενδύσεων, τον ρυθμό παραγωγής και το μέγεθος των αποθεμάτων που τελικά θα επιβεβαιωθούν.
Πρόκειται, ωστόσο, για εκτιμήσεις που βασίζονται σε υποθετικά σενάρια ανάπτυξης κοιτασμάτων και θα μπορούσαν να διαφοροποιηθούν εφόσον προκύψουν πραγματικά δεδομένα παραγωγής. Όπως επισημάνθηκε, οι έρευνες υδρογονανθράκων αποτελούν δραστηριότητα υψηλού επενδυτικού ρίσκου, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις μια γεώτρηση δεν οδηγεί σε εμπορικά αξιοποιήσιμο κοίτασμα.
Στο μοντέλο που έχει επιλέξει η Ελλάδα, ο επενδυτικός κίνδυνος μεταφέρεται στους αναδόχους των συμβάσεων. Οι έρευνες χρηματοδοτούνται από ιδιωτικά κεφάλαια, ενώ το Δημόσιο συμμετέχει στα έσοδα μόνο εφόσον υπάρξει παραγωγή.
Η εκδήλωση ενδιαφέροντος οδηγεί σε διεθνή διαγωνισμό, υποστηρίζει η ΕΔΕΥΕΠ
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και η διαδικασία με την οποία ενεργοποιούνται οι διαγωνισμοί για τις έρευνες υδρογονανθράκων.
Όπως σημειώθηκε, το γεγονός ότι ένας διαγωνισμός ξεκινά ύστερα από εκδήλωση ενδιαφέροντος δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της διαδικασίας. Η εκδήλωση ενδιαφέροντος λειτουργεί ως αφετηρία για τη διεξαγωγή διεθνούς διαγωνισμού, στον οποίο μπορούν να συμμετάσχουν και άλλες εταιρείες.
Αναλύοντας περαιτέρω, ο κ. Στεφάτος ανέφερε ότι υπήρξε ενδιαφέρον και από άλλους παίκτες της αγοράς σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας, ανεξαρτήτως από το εάν ορισμένοι δεν προχώρησαν τελικά σε κατάθεση οικονομικής προσφοράς. Παράλληλα επισημάνθηκε ότι οι διαγωνισμοί για τις έρευνες υδρογονανθράκων έχουν πραγματοποιηθεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και από διαφορετικές κυβερνήσεις, γεγονός που – όπως τονίστηκε – λειτουργεί ως μήνυμα σταθερότητας προς τη διεθνή αγορά και τους επενδυτές.
Οι έρευνες δείχνουν κυρίως φυσικό αέριο – Καθοριστικές οι πρώτες γεωτρήσεις
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο κ. Στεφάτος ανέφερε ότι μέχρι τώρα γεωλογικές και σεισμικές αναλύσεις δείχνουν κυρίως στόχους φυσικού αερίου. Παρ’ όλα αυτά, ασφαλή συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν μόνο μετά την πραγματοποίηση γεωτρήσεων. «Μέχρι να κάνουμε γεώτρηση θα είμαι πάντα λίγο επιφυλακτικός», σημείωσε χαρακτηριστικά κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής.
Στο ίδιο πλαίσιο έγινε αναφορά και στη δραστηριότητα των εταιρειών που έχουν αναλάβει έρευνες στην Ελλάδα. Η ExxonMobil ενισχύει την παρουσία της στη χώρα συμμετέχοντας στο λεγόμενο block 2, ενώ στόχος είναι να προχωρήσουν γεωτρητικές εργασίες που θα επιτρέψουν να διαμορφωθεί πιο σαφής εικόνα για το ενεργειακό δυναμικό των περιοχών που βρίσκονται υπό διερεύνηση.
ΣΜΠΕ Νότιας Πελοποννήσου: Εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο 2025 – Δεν υπάρχει γνώση παραβίασης περιβαλλοντικής νομοθεσίας
Η συζήτηση στη Βουλή άγγιξε και το ζήτημα των περιβαλλοντικών διαδικασιών που συνοδεύουν τις έρευνες υδρογονανθράκων. Όπως αναφέρθηκε, η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για τις θαλάσσιες περιοχές της Νότιας Πελοποννήσου τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση στις 9 Απριλίου 2025 και εγκρίθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Η μελέτη καλύπτει θαλάσσιες περιοχές που μέχρι σήμερα δεν διέθεταν αντίστοιχη περιβαλλοντική αξιολόγηση και βρίσκονται μεταξύ του λεγόμενου block 10 και των οικοπέδων δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης. Όπως επισημάνθηκε, δεν υπάρχει γνώση κάποιας παραβίασης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας στις συμβάσεις που εξετάζονται.
Παράλληλα παρουσιάστηκε και το σύστημα παρακολούθησης των ερευνητικών δραστηριοτήτων. Η ΕΔΕΥΕΠ συμμετέχει στην παρακολούθηση των συμβάσεων και σε κάθε ερευνητική δραστηριότητα υπάρχει παρουσία εκπροσώπων της εταιρείας, ενώ δημόσιοι επιστημονικοί φορείς, όπως το ΕΛΚΕΘΕ και πανεπιστήμια, παρακολουθούν κρίσιμες περιβαλλοντικές παραμέτρους, μεταξύ των οποίων και τα επίπεδα θορύβου στη θάλασσα.
Η εταιρεία συμμετέχει επίσης στις τεχνικές επιτροπές που εξετάζουν την πορεία των συμβάσεων και έχει τη δυνατότητα να διενεργεί οικονομικούς ελέγχους όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις στο παρελθόν έχουν καταπέσει εγγυητικές επιστολές υπέρ του ελληνικού Δημοσίου όταν δεν τηρούνται οι συμβατικές υποχρεώσεις.