DBRS: Αμετάβλητη η αξιoλόγηση ΒΒΒ (stable) για την Ελλάδα

Newsroom
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
DBRS: Αμετάβλητη η αξιoλόγηση ΒΒΒ (stable) για την Ελλάδα
Αν και οι οικονομικοί και δημοσιονομικοί ευνοϊκοί παράγοντες αναμένεται να διατηρηθούν το 2026, οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας εκτίθενται σε σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως ενδεχόμενη κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, σημειώνει ο οίκος.

Upd. 23:59

Αμετάβλητη σε ΒΒΒ, με σταθερές προοπτικές, διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση για την Ελλάδα η DBRS. Οι αναλυτές του οίκου σημειώνουν ότι οι οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις στη χώρα παρέμειναν ευνοϊκές το τελευταίο έτος, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, με βασικούς μοχλούς την ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα, την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και τις υψηλότερες αφίξεις τουριστών.

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις ωφελήθηκαν όχι μόνο από κυκλικούς παράγοντες, αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τη φορολογική συμμόρφωση και, ως αποτέλεσμα, ενίσχυσαν τα δημόσια έσοδα, σημειώνοι ο οίκος. Μεταξύ του δ’ τριμήνου του 2024 και του γ’ τριμήνου του 2025, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης κατέγραψε πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ. Τα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα και οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης οδήγησαν σε περαιτέρω μείωση του λόγου δημόσιου χρέους της χώρας, ο οποίος ωστόσο παραμένει υψηλός. Το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε στο 149,7% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025 από 158,6% τον Σεπτέμβριο του 2024.

Η DBRS σχολιάζει ακόμη ότι ο προϋπολογισμός για το 2026 προβλέπει περαιτέρω μείωση του λόγου δημόσιου χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026, με βάση τις προσδοκίες για συνεχιζόμενη ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και επιπλέον πρόωρες αποπληρωμές υφιστάμενου δημόσιου χρέους. «Αν και οι οικονομικοί και δημοσιονομικοί ευνοϊκοί παράγοντες αναμένεται να διατηρηθούν το 2026, οι προοπτικές της οικονομίας εκτίθενται σε σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως ενδεχόμενη κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων» αναφέρει ο οίκος. Εξηγώντας πως παραμένει αβέβαιο αν η αυξημένη ένταση στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσει σε διατηρήσιμη άνοδο του παγκόσμιου κόστους ενέργειας, τονίζει ότι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση μιας σαφούς πτωτικής πορείας του λόγου του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ προϋποθέτει επαναλαμβανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα και την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει τη δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας, ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή κατάργηση των επιχορηγήσεων του RRF το 2026.

Διαβάστε ακόμα: Τα κρίσιμα ελληνικά ραντεβού με τους οίκους αξιολόγησης το 2026 - Οι ημερομηνίες «κλειδιά»

Σε κάθε περίπτωση, η αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB στηρίζεται στη βελτιωμένη χρηματοοικονομική εικόνα του εγχώριου τραπεζικού τομέα, στο αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής της χώρας και στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ζώνη του ευρώ.

«Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν υλοποιήσει βασικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας και στήριξαν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Ελλάδας περιορίζονται από τον υψηλό λόγο δημόσιου χρέους, το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας της, το οποίο την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Επιπλέον, εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το χρόνιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της οικονομίας, επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ» αναφέρουν οι αναλυτές του οίκου.

Παράγοντες που επηρεάζουν την αξιολόγηση

Η DBRS θα μπορούσε να αναβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας αν ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειωθεί σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προσδοκίες κατά τα επόμενα 1-2 χρόνια με προοπτική να παραμείνει σε σαφή πτωτική πορεία σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα χάρη στα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα και/ή συνεχιστεί η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις, βελτιώνοντας έτσι τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Αντιθέτως, θα μπορούσε να υποβαθμίσει την ελληνική αξιολόγηση σε περίπτωση παρατεταμένης χαλάρωσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίησης ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θα φέρουν τον λόγο δημόσιου χρέους σε ανοδική πορεία, καθώς επίσης και αν υπάρξει αντιστροφή σε επίπεδο διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ή σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας.

Ισχυρή ανάπτυξη και διαρθρωτικές προκλήσεις

Αναλυτικά, ο οίκος σχολιάζει ότι η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ισχυρό ρυθμό το τελευταίο έτος, χάρη στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση και στην αύξηση των τουριστικών αφίξεων. Η ιδιωτική κατανάλωση στηρίχθηκε από ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, που χαρακτηρίστηκαν από σταθερή αύξηση της απασχόλησης και περαιτέρω μείωση του ποσοστού ανεργίας. Επιπλέον, οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης ενίσχυσαν την επενδυτική δραστηριότητα, ιδίως στον τομέα των οικιστικών και μη οικιστικών κατασκευών.

Η DBRS υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων στην ΕΕ ως προς την επίτευξη βασικών οροσήμων του Ταμείου και την απορρόφηση των σχετικών πόρων. Σύμφωνα με τους αναλυτές του οίκου η ανάπτυξη προβλέπεται να παραμείνει ισχυρή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναμένει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,2% το 2026 και 1,7% το 2027. Όπως λένε, «η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να ενισχυθεί από τη συνεχιζόμενη αύξηση της απασχόλησης και τις πραγματικές αυξήσεις μισθών, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούν. Η επενδυτική δραστηριότητα είναι πιθανό να παραμείνει ισχυρή το 2026 αλλά να εξασθενήσει στη συνέχεια, καθώς ολοκληρώνεται η εκταμίευση των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων».

«Οι οικονομικές προοπτικές εκτίθενται σε εξωτερικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων ή ένα νέο σοκ στις τιμές ενέργειας. Πιθανές παρατεταμένα υψηλές παγκόσμιες τιμές ενέργειας θα μπορούσαν να αναζωπυρώσουν τις πληθωριστικές πιέσεις και να επιβαρύνουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών» συμπληρώνουν.

Παρότι η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτύσσεται τα επόμενα χρόνια με ταχύτερο ρυθμό από τις περισσότερες οικονομίες της ΕΕ, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις, αναφέρει επίσης ο οίκος. «Η διατήρηση της πρόσφατης αύξησης της επενδυτικής δραστηριότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα είναι πιθανό να απαιτήσει συνεχιζόμενες μεγάλες εισροές ξένων κεφαλαίων, δεδομένου του χαμηλού ποσοστού εγχώριων αποταμιεύσεων της οικονομίας. Επιπλέον, το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον τουρισμό, ο οποίος παραμένει βασικός κλάδος στην οικονομία υπηρεσιών της χώρας».

Η DBRS επισημαίνει πως, αν και η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα επίπεδα των περισσότερων άλλων οικονομιών της ΕΕ. Σύμφωνα με τη Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα αντιστοιχούσε μόλις στο 70,1% του μέσου όρου της ΕΕ το 2023, αν και, όπως τονίζει η DBRS, η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και πιθανότατα θα στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Πρωτογενές πλεόνασμα

Οι δημοσιονομικές προοπτικές της Ελλάδας παραμένουν ισχυρές, καθώς η κυβέρνηση είναι πιθανό να συνεχίσει να καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, αναφέρει η DBRS. Μετά από το πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,8% του ΑΕΠ το 2024, τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν ένα ακόμη ισχυρό θετικό αποτέλεσμα με πλεόνασμα. Αυτές οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις οφείλονται στην υψηλή αύξηση των δημοσίων εσόδων, σημειώνει ο οίκος, τονίζοντας ότι τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά 9,1% σε ετήσια βάση κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2025, υπερβαίνοντας την αύξηση κατά 5,1% των συνολικών δαπανών. Τα δημόσια έσοδα ωφελήθηκαν όχι μόνο από κυκλικούς ευνοϊκούς παράγοντες αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τη φορολογική συμμόρφωση, όπως η εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας ή η αυτόματη διαβίβαση δεδομένων λιανικών πωλήσεων από τα τερματικά POS στις φορολογικές αρχές.

Ο προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει μειωμένο αλλά υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ και ένα μικρό έλλειμμα 0,1% στο συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο. «Η μέτρια αυτή επιδείνωση οφείλεται κυρίως στην υιοθέτηση μέτρων όπως μειώσεις στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, αυξήσεις στις συντάξεις και υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις» σημειώνουν οι αναλυτές του οίκου. Επιπλέον, όπως εξηγούν, οι αμυντικές δαπάνες προγραμματίζεται να αυξηθούν από 2,3% του ΑΕΠ το 2025 σε 2,6% το 2026. Αν και οι πιέσεις στις δαπάνες είναι πιθανό να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, ιδίως σε σχέση με την άμυνα, τη γήρανση του πληθυσμού και την κλιματική μετάβαση, η DBRS αναμένει ότι η δημοσιονομική στάση της κυβέρνησης θα παραμείνει συνετή τα επόμενα χρόνια.

Υψηλό χρέος και έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών

Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά εξακολουθεί να είναι ο υψηλότερος μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης, τονίζουν επίσης οι αναλυτές της DBRS. Όπως λένε, «αν και το υψηλό επίπεδο χρέους παραμένει σημαντική πιστωτική αδυναμία, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης μετριάζονται σε μεγάλο βαθμό από την πολύ ευνοϊκή δομή του χρέους και τα μεγάλα ταμειακά διαθέσιμα της κυβέρνησης».

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους βασίζεται κυρίως στην ικανότητα της χώρας να διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα και ισχυρούς ρυθμούς ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ, καθώς το χρέος προς τον επίσημο τομέα αντικαθίσταται σταδιακά από χρέος που χρηματοδοτείται από τις αγορές, εκθέτοντας την Ελλάδα σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα των αγορών.

Η DBRS εκτιμά ότι καθοδικοί κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά προκύπτουν από τις κρατικές εγγυήσεις που ανέρχονταν σε 25,1 δισ. ευρώ (10% του ΑΕΠ του 2025), εκ των οποίων περίπου το 68% σχετίζεται με το πρόγραμμα «Ηρακλής».

Επιπλέον, το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας και η ιδιαίτερα αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας, σημειώνουν οι αναλυτές της DBRS. Παρότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε από 7,2% του ΑΕΠ το 2024 σε 5,7% το 2025 λόγω χαμηλότερων τιμών εισαγωγών ενέργειας, παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τα επίπεδα πριν από την πανδημία. Η επιδείνωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης τα τελευταία χρόνια, ιδίως όσον αφορά την επενδυτική δραστηριότητα, η οποία συνέβαλε στην αύξηση των εισαγωγών. Η εξέλιξη αυτή υπεραντιστάθμισε την αύξηση των εξαγωγών τουριστικών υπηρεσιών.

Το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών εκτιμάται στο 13,5% του ΑΕΠ το 2025, έναντι πλεονάσματος 9,1% στο ισοζύγιο υπηρεσιών. Η DBRS σημειώνει ότι η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι πλέον πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν, καθώς σημαντικό μέρος του ελλείμματος χρηματοδοτήθηκε από εισροές που δεν δημιουργούν χρέος (π.χ. συμμετοχικά κεφάλαια, επενδυτικές επιχορηγήσεις).

Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της ελληνικής οικονομίας μειώθηκε -αν και παραμένει υψηλό- στο 238% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, από 247% τον Δεκέμβριο του 2019. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της οικονομίας διαμορφώθηκε σε -138% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των εξωτερικών υποχρεώσεων αφορά δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές με χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης και μεγάλες διάρκειες.

Βελτίωση στον τραπεζικό τομέα

Η ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, χάρη στα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης και στην ανάκαμψη της οικονομίας, αναφέρει μεταξύ άλλων η DBRS. Όπως σημειώνει, η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών βελτιώθηκε χάρη στο πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», το οποίο επέτρεψε τη μεταφορά παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός των ισολογισμών των τραπεζών. Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε στο 3,6% τον Σεπτέμβριο του 2025 από 40,6% τον Δεκέμβριο του 2019.

Επιπλέον, η κερδοφορία των τραπεζών τα τελευταία χρόνια ενισχύθηκε από την αύξηση των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, την προσωρινή διεύρυνση του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου, τη διαφοροποίηση των εσόδων και τις προσπάθειες βελτίωσης της αποδοτικότητας κόστους. Παράλληλα, όμως, η ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών παραμένει σχετικά ασθενής, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις αποτελούν μεγάλο, αν και μειούμενο, μέρος των εποπτικών κεφαλαίων, και προβλέπεται να αποσβεστούν σταδιακά έως το 2034, ταχύτερα από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί.

Πολιτική σταθερότητα

Σύμφωνα με τη DBRS, το πολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας χαρακτηρίζεται τα τελευταία χρόνια από υψηλό βαθμό σταθερότητας, με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία από το 2023. «Αυτό επέτρεψε την υιοθέτηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη των στόχων και οροσήμων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας» σχολιάζουν οι αναλυτές του οίκου.

Η DBRS δεν αναμένει σημαντικές ανατροπές πολιτικής μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, καθώς όπως λέει υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε βασικά ζητήματα πολιτικής. «Η θεσμική ποιότητα της Ελλάδας εξακολουθεί να επηρεάζεται από αδυναμίες στη διακυβέρνηση, όπως η ακόμη μεγάλη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών» υπογραμμίζει ο οίκος.

Ωστόσο, η DBRS εκτιμά ότι «η θεσμική ποιότητα τα επόμενα χρόνια είναι πιθανό να βελτιωθεί χάρη στις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη (π.χ. αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη, κτηματολόγιο)» και αξιολογεί θετικά τη βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και «τη δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις της χώρας».

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Οι παγίδες των αυτόματων φορολογικών δηλώσεων - Τι πρέπει να προσέξουν πάνω από 1,5 εκατ. φορολογούμενοι

Πολεμικό power game ανοιχτά της Κύπρου - Bel@harra vs Alvaro de Bazan F100 - Φλώρος-Βελόπουλος: Κρατάει χρόνια αυτή η διαμάχη

Η Alter Ego Media εξαγόρασε το 50,1% της More.gr

Φόρτωση BOLM...
gazzetta
gazzetta reader insider insider