Η πίεση στο κόστος ενέργειας διατηρείται και το βάρος στις Βρυξέλλες μεταφέρεται στη δομή της αγοράς. Στο επίκεντρο των συζητήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρίσκεται η φορολογία του ηλεκτρικού ρεύματος, με παρεμβάσεις που εξετάζονται σε αυτή τη φάση και αναμένεται να εξειδικευτούν το επόμενο διάστημα, στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που προωθεί η Κομισιόν για την ενίσχυση της ηλεκτροποίησης της οικονομίας.
Το σχέδιο για το ρεύμα και η μετατόπιση της φορολογίας
Η Κομισιόν επεξεργάζεται παρεμβάσεις με αιχμή τη μείωση της φορολογίας στο ρεύμα, ως βασικό εργαλείο περιορισμού του ενεργειακού κόστους. Η κατεύθυνση αυτή εντάσσεται σε μια στρατηγική που δίνει προτεραιότητα στην ηλεκτρική ενέργεια έναντι των ορυκτών καυσίμων. Στα προσχέδια που έχουν ήδη συζητηθεί περιλαμβάνονται επιλογές για σημαντική μείωση των επιβαρύνσεων στο ρεύμα, με δυνατότητα ακόμη και μηδενικών φόρων για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών, εφόσον το επιλέξουν τα κράτη-μέλη.
Παράλληλα, εξετάζεται η μεταφορά του φορολογικού βάρους προς τα ορυκτά καύσιμα, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ηλεκτρικής ενέργειας. Το πολιτικό στίγμα αυτής της κατεύθυνσης έχει ήδη δοθεί, όταν πριν από λίγες ημέρες η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επεσήμανε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις στην Ευρώπη η ηλεκτρική ενέργεια φορολογείται έως και 15 φορές περισσότερο από το φυσικό αέριο, αναδεικνύοντας τη στρέβλωση που επιχειρεί να διορθώσει η Επιτροπή.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι πιέσεις στις τιμές να έχουν διάρκεια, στοιχείο που ενισχύει τη λογική παρεμβάσεων με πιο μόνιμο χαρακτήρα.
Η ελληνική εξίσωση και τα ανοιχτά ζητήματα
Η κατεύθυνση που διαμορφώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι σαφής, ωστόσο η εφαρμογή της εξαρτάται από τα κράτη-μέλη και τις ιδιαιτερότητες κάθε αγοράς. Στην ελληνική περίπτωση, το ζήτημα παρακολουθείται, χωρίς να έχει ακόμη αποσαφηνιστεί ο τρόπος προσαρμογής (ή μη προσαρμογής) στο νέο πλαίσιο.
Η ελληνική πλευρά τηρεί στάση αναμονής ως προς το πώς θα κινηθεί στο συγκεκριμένο ζήτημα και αυτό συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που είναι δομημένοι οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος. Στην Ελλάδα, το τελικό ποσό που πληρώνει ο καταναλωτής δεν προκύπτει μόνο από την τιμή της κιλοβατώρας ή από τη φορολογία. Περιλαμβάνει ένα σύνολο διαφορετικών συνιστωσών, οι οποίες καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τελικό κόστος.
Η χρέωση ενέργειας αποτελεί μόνο ένα μέρος του λογαριασμού και συνδέεται με τη χονδρεμπορική αγορά. Σε αυτή προστίθενται οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις για τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας που καλύπτουν μεταξύ άλλων το κόστος ηλεκτροδότησης των νησιών, καθώς και οι επιβαρύνσεις για τη στήριξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Σε όλα αυτά προστίθενται οι φόροι και ο ΦΠΑ.
Αυτή η σύνθεση σημαίνει ότι μια μείωση της φορολογίας δεν μεταφέρεται αυτόματα στον τελικό λογαριασμό με τον ίδιο βαθμό, καθώς μεγάλο μέρος του κόστους παραμένει ανεπηρέαστο. Με άλλα λόγια, η παρέμβαση στο φορολογικό σκέλος αφορά μόνο ένα τμήμα της συνολικής επιβάρυνσης.
Παράλληλα, οι δημοσιονομικές ισορροπίες περιορίζουν τον βαθμό ευελιξίας για εκτεταμένες μειώσεις φόρων, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Αυτό καθιστά πιο σύνθετη την προσαρμογή στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται σε επίπεδο ΕΕ.
Σε επίπεδο πολιτικής κατεύθυνσης, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, έχει θέσει ως στόχο τη διαμόρφωση μιας αγοράς με πιο προσιτό κόστος ενέργειας και μεγαλύτερη διείσδυση καθαρών πηγών, με έμφαση στην ανθεκτικότητα και τη διαφοροποίηση του ενεργειακού μίγματος. Η κατεύθυνση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη στρατηγική της Ευρώπης, χωρίς ωστόσο να έχει αποσαφηνιστεί ακόμη πώς και εάν θα ενσωματωθούν φορολογικές παρεμβάσεις.
Με τις ευρωπαϊκές αποφάσεις να αναμένονται το επόμενο διάστημα, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα μειωθούν οι φόροι στο ρεύμα, αλλά με ποιον τρόπο αυτή η αλλαγή θα περάσει στην πράξη στους λογαριασμούς. Και αυτό, στην ελληνική περίπτωση, δεν είναι δεδομένο.
Από τα έκτακτα μέτρα στην αλλαγή στρατηγικής
Αν και αρκετά κράτη-μέλη έχουν ήδη προχωρήσει τα προηγούμενα χρόνια σε μειώσεις φόρων και επιβαρύνσεων στο ρεύμα, αυτές οι παρεμβάσεις είχαν κυρίως προσωρινό χαρακτήρα και εντάσσονταν στην αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης της περιόδου 2022–2024. Ενδεικτικά, η Γερμανία μείωσε τον ΦΠΑ στην ηλεκτρική ενέργεια και περιόρισε επιβαρύνσεις όπως η εισφορά για τις ΑΠΕ, η Ισπανία προχώρησε σε διαδοχικές μειώσεις του ΦΠΑ και σε περικοπές ενεργειακών φόρων, ενώ η Γαλλία περιόρισε σημαντικά τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, παρεμβαίνοντας άμεσα στους λογαριασμούς για να συγκρατήσει το κόστος για τα νοικοκυριά.
Αντίστοιχα μέτρα εφαρμόστηκαν και σε άλλες χώρες της ΕΕ, είτε μέσω φορολογικών μειώσεων είτε μέσω επιδοτήσεων που είχαν παρόμοιο αποτέλεσμα στην τελική τιμή. Ωστόσο, τα περισσότερα από αυτά τα μέτρα ήταν έκτακτα και σε μεγάλο βαθμό έχουν ήδη αποσυρθεί ή περιοριστεί από το 2024 και μετά, καθώς τα κράτη-μέλη επιδιώκουν επιστροφή σε πιο ισορροπημένα δημοσιονομικά πλαίσια.
Σε αυτό το περιβάλλον, δεν έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα μια ενιαία ευρωπαϊκή προσέγγιση στη φορολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Το νέο πλαίσιο που επεξεργάζεται η Κομισιόν διαφοροποιείται ακριβώς σε αυτό το σημείο, επιχειρώντας να μετατοπίσει τη συζήτηση από τα προσωρινά μέτρα κρίσης σε μια πιο μόνιμη ανακατανομή της φορολογίας υπέρ της ηλεκτρικής ενέργειας και σε βάρος των ορυκτών καυσίμων.