Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο ραγδαίας αύξησης αμυντικών δαπανών. Σύμφωνα με τη McKinsey, οι συνολικές ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα €800 δισ. ετησίως έως το 2030, ενώ οι σωρευτικές δαπάνες μόνο για αμυντικές προμήθειες και εξοπλισμούς εκτιμάται ότι υπερβαίνουν το €1 τρισ. την ίδια περίοδο.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της μεταβολής, οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ δαπανούν σήμερα, συνολικά, περίπου €300-350 δισ. ετησίως για άμυνα.
Παρά τη μεγάλη αύξηση, ωστόσο, η McKinsey προειδοποιεί ότι αυτή δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αντίστοιχη αύξηση στρατιωτικής ισχύος.
Τα εμπόδια
Ανεξάρτητα από το μέγεθος των πόρων που προβλέπεται να κινητοποιηθούν, η McKinsey επισημαίνει ότι η Ευρώπη ξεκινά αυτή την προσπάθεια επανεξοπλισμού με σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Το βασικότερο πρόβλημα είναι ο έντονος κατακερματισμός τόσο των ενόπλων δυνάμεων των ευρωπαϊκών χωρών όσο και της αμυντικής βιομηχανίας.
Σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, η Ευρώπη χρησιμοποιεί πολλαπλάσιο αριθμό διαφορετικών πλατφορμών για τις ίδιες κατηγορίες οπλικών συστημάτων: περίπου 17 τύπους κύριων αρμάτων μάχης έναντι ενός βασικού τύπου στις ΗΠΑ, γύρω στους 20 τύπους μαχητικών αεροσκαφών έναντι έξι στις ΗΠΑ, καθώς και περισσότερους από 20 τύπους τεθωρακισμένων οχημάτων μάχης πεζικού. Συνολικά, το επίπεδο κατακερματισμού των ευρωπαϊκών δυνάμεων είναι πάνω από τέσσερις φορές υψηλότερο σε σχέση με τις ΗΠΑ.
Αυτό σημαίνει ότι, αντί για λίγες τυποποιημένες λύσεις, οι ευρωπαϊκοί στρατοί λειτουργούν με δεκάδες διαφορετικούς τύπους οπλικών συστημάτων, στοιχείο που αυξάνει τα κόστη, περιπλέκει τη συντήρηση και την εκπαίδευση προσωπικού και περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας.
Ένα ακόμη κρίσιμο εμπόδιο αφορά την ταχύτητα υλοποίησης των αμυντικών προγραμμάτων. Για μεγάλα προγράμματα, ο χρόνος από την αρχική απόφαση έως την πλήρη επιχειρησιακή ένταξη μπορεί να φτάνει τα 10 έως 15 χρόνια, σύμφωνα με τη McKinsey, χρόνοι που ουσιαστικά συνεπάγονται αδυναμία ανταπόκρισης απέναντι σε ταχέως εξελισσόμενες απειλές.
Παράλληλα, σημαντικό μέρος των νέων ευρωπαϊκών δαπανών αναμένεται να κατευθυνθεί στην αναπλήρωση αποθεμάτων. Αυτό σημαίνει ότι ένα κομμάτι του επενδυτικού «τσουνάμι» δεν αφορά προσθήκη νέων δυνατοτήτων.
Στο μεταξύ, πέραν του κατακερματισμού σε επίπεδο οπλικών συστημάτων, παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στο επίπεδο του σχεδιασμού. Τα ευρωπαϊκά κράτη προχωρούν σε αποσπασματικές παραγγελίες, σε μικρούς όγκους και με διαφορετικές τεχνικές προδιαγραφές, κάτι που στερεί από τη βιομηχανία τη δυνατότητα προβλέψιμης και μεγάλης κλίμακας παραγωγής και λειτουργεί αποτρεπτικά για επενδύσεις σε νέες γραμμές παραγωγής και σε μακροπρόθεσμη έρευνα και ανάπτυξη.
Διαθέσιμες επιλογές
Σύμφωνα με τη McKinsey, η επιτυχία του ευρωπαϊκού αμυντικού εγχειρήματος δεν θα κριθεί από το ύψος των κονδυλίων, αλλά από το κατά πόσο η Ευρώπη θα μπορέσει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει, προμηθεύεται και παράγει αμυντικό εξοπλισμό.
Οι αναλυτές της McKinsey θεωρούν απαραίτητη την ενοποίηση (consolidation) της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, ώστε μεγαλύτερα και πιο ολοκληρωμένα εταιρικά σχήματα να μπορούν να στηρίξουν παραγωγή σε μεγαλύτερη κλίμακα, να μειώσουν το κόστος ανά μονάδα και να ενισχύσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Ταυτόχρονα, βεβαίως, αναγνωρίζουν ότι ο συγκεκριμένος τομέας διαθέτει χαρακτηριστικά που καθιστούν την ενοποίηση πιο σύνθετη σε σχέση με άλλους κλάδους, καθώς πρόκειται για στρατηγικό πυλώνα εθνικής ασφάλειας και οι κυβερνήσεις συχνά παρεμβαίνουν άμεσα σε εταιρικές συναλλαγές.
Η McKinsey υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη για μεγαλύτερο συντονισμό κοινών παραγγελιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να δημιουργηθεί επαρκής και σταθερή ζήτηση που να δικαιολογεί επενδύσεις σε μεγάλες παραγωγικές δυνατότητες. Σε βάθος χρόνου, η Ευρώπη θα πρέπει επίσης να μειώσει την πολυτυπία των οπλικών της συστημάτων και να βελτιώσει τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων διαφορετικών χωρών, με στόχο την απλοποίηση της συντήρησης και της εκπαίδευσης και τον περιορισμό του συνολικού κόστους κύκλου ζωής.
Τέλος, θα απαιτηθούν ταχύτερες και απλούστερες διαδικασίες στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση αμυντικών προγραμμάτων, ταχύτερη λήψη αποφάσεων και πρόβλεψη για δυνατότητα γρήγορης κλιμάκωσης της παραγωγής όταν προκύπτουν επείγουσες ανάγκες.
Μέγιστη απόδοση
Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι η Ευρώπη βαδίζει προς μια περίοδο όπου η άμυνα θα απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων πόρων, πιθανότατα εις βάρος άλλων κατηγοριών δαπανών. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αυξηθούν οι αμυντικοί προϋπολογισμοί, αλλά να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα διασφαλίζει ότι τα χρήματα «πιάνουν τόπο».
Αυτό σημαίνει, αφενός, μέγιστη απόδοση σε όρους πραγματικής στρατιωτικής ισχύος και αποτρεπτικής ικανότητας. Αφετέρου, σημαίνει αξιοποίηση αυτού του «κύματος» επενδύσεων ως μοχλού ευρύτερης οικονομικής δραστηριότητας, με στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την αναβάθμιση δεξιοτήτων και, μεταξύ άλλων, την καθιέρωση υψηλότερων αμοιβών σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Σε αντίθετη περίπτωση, το ρίσκο είναι η Ευρώπη να βρεθεί με πολύ υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, αλλά χωρίς το ανάλογο στρατηγικό, οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα που θα δικαιολογούσε μια τόσο μεγάλη ανακατανομή πόρων.