Η «μητέρα των μαχών» για τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα δόθηκε χθες στο Δ τμήμα του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, όπου εκδικάστηκε η προσφυγή του ΣΕΒ για τις τριετίες των μισθωτών που είναι «παγωμένες» από το 2012.

Η απόφαση του ΣτΕ που θα κρίνει την τύχη των τριετιών για χιλιάδες εργαζόμενους αναμένεται να εκδοθεί το δίμηνο Φεβρουαρίου- Μαρτίου 2020

Εφόσον η απόφαση είναι θετική για τους εργαζόμενους, τότε οι μισθοί θα πρέπει να συνεχίσουν να καταβάλλονται στα σημερινά επίπεδα, δηλαδή στο ύψος στο οποίο διαμορφώθηκαν από τον Φλεβάρη του 2019 και μετά με την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 650 ευρώ.

Αν όμως η απόφαση του δικαστηρίου είναι αρνητική για τους εργαζόμενους (γίνει δηλαδή δεκτή η προσφυγή των βιομηχάνων) τότε χιλιάδες μισθωτοί θα χάσουν τα επιδόματα προϋπηρεσίας, για τα οποία ισχύει πλαφόν προσαύξησης στο 30% του μισθού.

Μέσω των επιδομάτων των τριετιών, οι παλαιοί εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα που αμείβονται με τον κατώτατο και είχαν προυπηρεσία πριν τον Φεβρουάριο του 2012 κερδίζουν έως και 195 ευρώ επιπλέον το μήνα, κατοχυρώνοντας έτσι μισθό έως 845 ευρώ το μήνα

Συνεπώς  οι μισθολογικές απώλειες που ενδέχεται να υποστούν οι εργαζόμενοι φτάνουν έως και 195 ευρώ το μήνα, ενώ στο χειρότερο σενάριο που επιδικαστούν και αναδρομικά, οι απώλειες των επιδομάτων θα «μετρούν» από τον Φεβρουάριο του 2019.

Το διάστημα αυτό τέθηκε σε ισχύ η εγκύκλιος Αχτσιόγλου, την ακύρωση της οποίας ζητούν οι βιομήχανοι.

Στο μεταξύ, τον Φεβρουάριο του 2020 πρέπει να εκκινήσει ξανά η διαδικασία για την  αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού των 650 ευρώ, διαδικασία η οποία θα ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2020.

«Τυχόν ευδοκίμηση της αίτησης ακύρωσης θα μπορούσε να επιφέρει την ακυρότητα της εγκυκλίου με αναδρομικό αποτέλεσμα, από τότε που η εγκύκλιος αυτή δημοσιεύτηκε, δηλαδή από 18 Φεβρουαρίου του 2019.

Σε καμία περίπτωση όμως δεν θεωρώ ότι το απευκταίο αυτό αποτέλεσμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναδρομική αναζήτηση των ποσών των τριετιών που στο μεταξύ καταβλήθηκαν στους εργαζόμενους», ξεκαθαρίζει ο δικηγόρος – εργατολόγος Γιάννης Καρούζος.

«Αυτό πέραν του έντονου κοινωνικού προβλήματος που θα δημιουργούσε (αναδρομική μείωση μισθών έως και κατά 30%) και της επιβάρυνσης των επιχειρήσεων με περαιτέρω γραφειοκρατικά βάρη (συμπλήρωση νέων ΑΠΔ, αντιδικίες με τους εργαζόμενους κ.α.) θα ήταν και νομικά άτοπο, αφού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί πλάνη των εργοδοτών στην καταβολή των τριετιών, όταν μάλιστα αυτή γινόταν και γίνεται χωρίς καμία επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους».

Δηλαδή, αν ίσχυε «νομική ανασφάλεια» όπως συμπληρώνει ο ίδιος ως προς την υποχρέωση καταβολής των τριετιών, θα έπρεπε ο κάθε εργοδότης να διατυπώνει ρητά την επιφύλαξη κάθε
νόμιμου δικαιώματός του στην διαδικασία καταβολής των επιδομάτων προυπηρεσίας.

«Η ΓΣΕΕ υπερασπίστηκε, με νομικά επιχειρήματα, ότι οι προσαυξήσεις των τριετιών δεν έχουν καταργηθεί, αφού η αρμοδιότητα του υπουργού Εργασίας να καθορίζει τον κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο οριοθετήθηκε νομοθετικά και αφορά μόνο στο ελάχιστο ποσό αναφοράς, χωρίς να θιγούν οι διατάξεις των προσαυξήσεων των τριετιών, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν κανονικά», αναφέρει η ΓΣΕΕ που παραστάθηκε στη δίκη.

Σύμφωνα με το τριτοβάθμιο συνδικάτο του ιδιωτικού τομέα, ο ΣΕΒ και άλλες εργοδοτικές οργανώσεις υποστήριξαν ότι οι νομοθετικές διατάξεις για τις τριετίες έχουν καταργηθεί.