Σημαντικό, αλλά όχι αρκετό βήμα, χαρακτήρισε το «Σχέδιο Ηρακλής» για τη μείωση των κόκκινων δανείων ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε συνέδριο, με θέμα «Η ελληνική οικονομία και η ελληνική ναυτιλία: Τρέχουσες εξελίξεις».

Ειδικότερα, όπως τόνισε ο κ. Στουρνάρας για τον «Ηρακλή», «είναι ένα σημαντικό βήμα προς την ορθή κατεύθυνση αντιμετώπισης του προβλήματος. Δεδομένου όμως του μεγέθους αυτού του προβλήματος, το βήμα αυτό δεν είναι αρκετό και πρέπει σε αμέσως επόμενο στάδιο να συμπληρωθεί και από άλλα, περισσότερο ολιστικά και συστημικά σχήματα, όπως αυτό που έχουν επεξεργαστεί οι υπηρεσίες της Τράπεζας της Ελλάδος. Ειδικότερα, και παράλληλα με την αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και το ζήτημα της αναβαλλόμενης φορολογίας (DTC) με τρόπους συμβατούς με τους κανόνες περί κρατικής βοήθειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών διατηρούνται σε ικανοποιητικά επίπεδα, συνέχισε ο κ. Στουρνάρας, για να επισημάνει πως «επί του παρόντος, το υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνιστά το πιο σημαντικό πρόβλημα για τις τράπεζες και τον πιο περιοριστικό παράγοντα για την κερδοφορία τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2019, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) των συστημικών τραπεζών είναι μόλις 2,1%, παρά την ικανοποιητική αύξηση των εσόδων προ προβλέψεων σε σύγκριση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2018.

Οι τάσεις αυτές δείχνουν ότι, εάν δεν εξαλειφθούν γρήγορα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από τους ισολογισμούς των τραπεζών, οι ελληνικές τράπεζες δεν θα είναι σε θέση να δημιουργήσουν επαρκή εσωτερικά κεφάλαια, προειδοποιεί ο κ. Στουρνάρας. Επιπλέον, αυτό το υψηλό επίπεδο των κόκκινων δανείων εμποδίζει τις ελληνικές τράπεζες να χορηγήσουν τις πιστώσεις που τόσο χρειάζεται η πραγματική οικονομία.

«Οι οικονομικές εξελίξεις που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με την πρόσφατη άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, αναμένεται να συμβάλουν, ώστε τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου να αποκτήσουν σύντομα εκ νέου αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας, η οποία θα ανοίξει το δρόμο για τη συμμετοχή τους στο Πρόγραμμα Αγοράς Τίτλων (APP) της ΕΚΤ. Αυτό με τη σειρά του θα μειώσει περαιτέρω το κόστος δανεισμού της ελληνικής οικονομίας, ενισχύοντας έτσι την ανάπτυξη και βελτιώνοντας τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Υπό αυτό το ευνοϊκό σενάριο, είναι δυνατόν να επιτευχθούν υψηλότεροι από ό,τι προβλέπεται σήμερα ρυθμοί ανάπτυξης, της τάξεως του 3%, μέσω της αύξησης των επενδύσεων, λαμβανομένου υπόψη και του αρνητικού παραγωγικού κενού», σημειώνει ο διοικητής της ΤτΕ και καταλήγει:

«Η Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή ένα μικρό παράθυρο ευκαιρίας όσο ακόμη οι συνθήκες στην παγκόσμια οικονομία χαρακτηρίζονται από θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και επικρατούν χαμηλά επιτόκια παγκοσμίως. Η κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να προχωρήσει στην υλοποίηση του προγράμματος μεταρρυθμίσεων που έχει εξαγγείλει το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να αντιμετωπίσει τους μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους κινδύνους για την ελληνική οικονομία, καθώς και προκλήσεις όπως η υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας, οι δυσμενείς δημογραφικές τάσεις και οι χαμηλές επενδύσεις, διότι αυτές οι σημερινές ευνοϊκές συνθήκες μπορούν να ανατραπούν ανά πάσα στιγμή με δεδομένο τον κίνδυνο πιθανής επιδείνωσης του παγκόσμιου περιβάλλοντος».