Η ολοκλήρωση του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης έκλεισε τον κύκλο των συμβασιοποιήσεων, όχι όμως και της χρηματοδότησης των επενδύσεων που έχουν ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα.
Με συμβάσεις ύψους 13,2 δισ. ευρώ από το RRF, οι τράπεζες έχουν μπροστά τους ένα σημαντικό υπόλοιπο εκταμιεύσεων, καθώς τα κεφάλαια διοχετεύονται σταδιακά ανάλογα με την πρόοδο των επενδυτικών σχεδίων. Συνολικά, οι πόροι του Ταμείου έχουν κινητοποιήσει περίπου 29,2 δισ. ευρώ επενδύσεων, με 9,4 δισ. ευρώ πρόσθετη τραπεζική χρηματοδότηση και 6,6 δισ. ευρώ ίδια κεφάλαια. Έτσι, η επίδραση του RRF στην πιστωτική επέκταση θα συνεχίσει να αποτυπώνεται και μετά την ολοκλήρωση των νέων συμβάσεων, καθώς οι εκταμιεύσεις των ήδη εγκεκριμένων δανείων θα συνεχιστούν τα επόμενα χρόνια, με ορίζοντα το 2029.
Το αποτύπωμα του μηχανισμού, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο ύψος των δανείων που έχουν ήδη συμβασιοποιηθεί. Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης δόθηκε φθηνότερη χρηματοδότηση, υπήρξε επιμερισμός του κινδύνου, κάτι που διευκόλυνε μια σειρά από projects που υπό διαφορετικές συνθήκες θα απαιτούσαν μεγαλύτερη ίδια συμμετοχή ή ακριβότερο τραπεζικό δανεισμό.
Το τραπεζικό φίλτρο αλλάζει
Το κενό που αφήνει πίσω του το RRF θα καλυφθεί από άλλα διαθέσιμα ευρωπαϊκά και εθνικά χρηματοδοτικά εργαλεία συνδυαστικά με κανονική τραπεζική χρηματοδότηση. Τα εργαλεία αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία για τις μικρότερες επιχειρήσεις, όπου η πρόσβαση στη χρηματοδότηση παραμένει πιο δύσκολη, με τις εγγυήσεις να λειτουργούν υποστηρικτικά στη χορήγηση νέων δανείων.
Στα μεγαλύτερα projects, αντίθετα, η χρηματοδότηση θα περνά περισσότερο από την κανονική πιστοδοτική διαδικασία. Και αυτό σημαίνει αυξημένο βάρος στην οικονομική εικόνα της επιχείρησης και στην απόδοση της επένδυσης. Ταμειακές ροές, μόχλευση και ίδια συμμετοχή θα αποκτήσουν ολοένα και μεγαλύτερο βάρος.
Και αυτό σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος χρήματος παραμένει υψηλό, με την ΕΚΤ να έχει ήδη προχωρήσει τον Ιούνιο σε αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, και τις αγορές να προεξοφλούν νέα αύξηση. Για τις επιχειρήσεις, συνεπώς, η απόδοση του επενδυτικού σχεδίου αποκτά μεγαλύτερη σημασία, ιδιαίτερα όσο το κόστος χρηματοδότησης παραμένει υψηλότερο. Υπό αυτό το πρίσμα, θα υπάρξει πιο έντονη διαφοροποίηση στη ζήτηση που θα περνά στο credit approval, με τα projects υψηλότερης απόδοσης και ισχυρότερης ταμειακής παραγωγής να έχουν προβάδισμα.
Το pipeline παραμένει ισχυρό και δεν εξαντλείται με το τέλος του RRF. Ενέργεια, βιομηχανία, υποδομές, logistics και τουρισμός συγκεντρώνουν σημαντικές επενδυτικές ανάγκες, ενώ αντίστοιχα αυξάνονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες της μεσαίας και μικρότερης επιχειρηματικότητας.
Στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, η ζήτηση αφορά κυρίως επενδύσεις μεγάλης κλίμακας και έργα ανάπτυξης. Στη μεσαία επιχειρηματικότητα, το ενδιαφέρον εκτείνεται περισσότερο σε κεφάλαιο κίνησης και ανάγκες ρευστότητας, αλλά και με εξαγορές, αναχρηματοδότηση και αναδιάρθρωση δανεισμού. Αυτό είναι και το κομμάτι της αγοράς που θα πρέπει να δώσει συνέχεια στην πιστωτική επέκταση, αφότου ο κύκλος του RRF έχει ολοκληρωθεί.
Η επόμενη φάση χρηματοδότησης των επιχειρήσεων δεν θα έχει το ίδιο μείγμα δημόσιων και ιδιωτικών πόρων. Θα στηριχθεί περισσότερο στην κανονική τραπεζική πίστη, με το ήδη διαμορφωμένο επενδυτικό απόθεμα να λειτουργεί ως γέφυρα για τα επόμενα χρόνια.



