Έτος ορόσημο αποδεικνύεται το 2026 για τη θεσσαλική εταιρεία αναψυκτικών ΕΨΑ, καθώς επιστρέφει στην κερδοφορία μετά από αρκετές ζημιογόνες χρήσεις κι ενώ συμπληρώνει εφέτος 102 χρόνια επιχειρηματικής διαδρομής.
Η ΕΨΑ διεκδικεί τη θέση που της αξίζει στην αγορά αναψυκτικών τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, με την «καθοδήγηση» του βασικού μετόχου, του fund SMERemediumCap, με εκτελεστικό πρόεδρο τον Νίκο Καραμούζη.
Όπως επιβεβαίωσε ο ίδιος ο κ. Καραμούζης, μιλώντας στους εκπροσώπους του Τύπου την περασμένη εβδομάδα, το 2026 θα είναι η πρώτη χρονιά κερδοφορίας για την εταιρεία μετά την «είσοδο» του SMERC το 2023.
Παράλληλα, κομβικής σημασίας για την εταιρεία είναι η ανανέωση για ακόμη τρία χρόνια της συνεργασίας της με την ΗΒΗ PepsiCo, η οποία είχε οδηγήσει το 2023 στη μεταφορά στην Ελλάδα της παραγωγής των εμβληματικών αναψυκτικών της ΗΒΗ σε αλουμινένιες συσκευασίες. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, τα προϊόντα συσκευάζονται στις εγκαταστάσεις της ΕΨΑ στον Βόλο, ενισχύοντας την παραγωγική δραστηριότητα της εταιρείας.
Το αναπτυξιακό πλάνο
Η θεσσαλική εταιρεία αναψυκτικών υλοποιεί άλλωστε ένα τριετές αναπτυξιακό πλάνο για την περίοδο 2026-2029. Στις στρατηγικές προτεραιότητες της εταιρείας για το μέλλον περιλαμβάνονται ο εξορθολογισμός του κόστους λειτουργίας, η δυναμική ανάκαμψη των εξαγωγών, η προτεραιοποίηση στις πωλήσεις των παραδοσιακών γεύσεων, καθώς και νέες εμπορικές συμφωνίες διανομής.
Το δε επιχειρηματικό πλάνο της εταιρείας διατηρεί ως προϊόντα – ναυαρχίδες τις μοναδικές, παραδοσιακές γεύσεις της λεμονάδας, της πορτοκαλάδας και της βυσσινάδας, που την έφεραν στις πρώτες θέσεις των προτιμήσεων των Ελλήνων, ήδη από τον περασμένο αιώνα, ενώ παράλληλα, ιδιαίτερη προσοχή δίνεται και σε μία νέα γενιά προϊόντων που απευθύνονται στις νεότερες ηλικίες με νέο σχέδιο προώθησης στην αγορά.
Η συνεργασία με τη Mantis
Μάλιστα, στο πλαίσιο του συνολικού επανασχεδιασμού των εμπορικών λειτουργιών της ΕΨΑ, από την 01/05/2026 ξεκίνησε η συνεργασία με τον όμιλο Mantis. Η συνεργασία αφορά στη διανομή και προώθηση των προϊόντων της εταιρείας αναψυκτικών σε όλα τα δίκτυα πανελλαδικά, με εξαίρεση τα σούπερ μάρκετ, τη Μαγνησία και τον κλάδο των εξαγωγών. Στόχος και των δύο μερών είναι η δυναμική παρουσία και ανάπτυξη των πωλήσεων της ΕΨΑ στα παραδοσιακά δίκτυα διανομής.
Τα ορόσημα του 2025 και τα πρώτα δείγματα γραφής του 2026
Η θεσσαλική επιχείρηση συνεχίζει τον εταιρικό της μετασχηματισμό, ο οποίος και οδήγησε σε σημαντική συρρίκνωση των ζημιών της για το 2025, καθώς και σε ανάκαμψη των πωλήσεων και της κερδοφορίας στο πρώτο τρίμηνο του 2026.
Ειδικότερα, οι πωλήσεις της εταιρείας το 2025 έκλεισαν στα 12,6 εκατ. ευρώ, με μερίδιο αγοράς άνω του 11%, ενώ σημειώθηκε συρρίκνωση των ζημιών σε επίπεδο EBITDA σε σχέση με το 2024, κλείνοντας κοντά στο 1 εκατ. ευρώ.
Ήδη, το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφεται αύξηση πωλήσεων κατά 7% και σχεδόν μηδενικές ζημιές σε επίπεδο EBITDA, ενώ εκτιμάται ότι η εταιρεία θα κλείσει το τρέχον έτος με θετικό EBITDA και αξιόλογη αύξηση πωλήσεων.
Η επένδυση του SMERC
«Μας άρεσε η ιστορία της ΕΨΑ και για αυτό επενδύσαμε. Εκτιμήσαμε την ποιότητα των προϊόντων, καθώς και τη μεγάλη αποδοχή που έχουν», δήλωνε στους εκπροσώπους του Τύπου το 2024 ο Νίκος Καραμούζης. Η επένδυση του fund SMERemediumCAP του κ. Καραμούζη στη βολιώτικη ΕΨΑ ανακοινώθηκε τον Ιούνιο του 2023, μέσω κοινής εταιρείας που είχε συστήσει με τα αδέλφια Τσαούτου.
Ένας και πλέον αιώνας ελληνικής παραγωγής
Ήταν το 1924 όταν οι Γεώργιος και Ιωάννης Κοσμαδόπουλος ίδρυσαν την εταιρεία υπό την επωνυμία τότε «Ανώνυμος Εταιρία Ψυγείων Αγριάς Βόλου».
Από αυτή την ονομασία προκύπτει άλλωστε και το σημερινό εμπορικό σήμα, ΕΨΑ. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε η παραγωγή της Λεμονάδας και ακολούθησε η παραγωγή Γκαζόζας. Αργότερα, η εταιρεία πέρασε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας και το 1937 η ΕΨΑ κερδίζει το «Χρυσούν Βραβείον Ποιότητος» στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ενώ η συσκευασία των αναψυκτικών γίνεται πλέον στην χαρακτηριστική γυάλινη φιάλη.
Έχοντας βγει όρθια από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και όλα τα μεγάλα γεγονότα που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η ΕΨΑ υπό τη διοίκηση της οικογένειας Τσαούτου, διατήρησε ζωντανή την παράδοση και την τεχνογνωσία της.



