Στο τρίπτυχο «εξωστρέφεια, καινοτομία και βιωσιμότητα» στηρίζεται η αναπτυξιακή στρατηγική της ΜΑΚΒΕΛ - EURIMAC, μιας από τις σημαντικότερες βιομηχανίες τροφίμων της χώρας με ιστορία σχεδόν 90 ετών.
Η ιστορική εταιρεία από το Κιλκίς, που φέρει τον τίτλο του μεγαλύτερου παραγωγού και εξαγωγέα ζυμαρικών στην Ελλάδα, υλοποιεί τα τελευταία χρόνια ένα εκτεταμένο πρόγραμμα επενδύσεων ύψους έως 26 εκατ. ευρώ, με στόχο την καθοριστική ενίσχυση της παραγωγικής της δυνατότητας, της τεχνολογικής της υποδομής, καθώς και της διεθνούς ανταγωνιστικότητά της. Το επενδυτικό πρόγραμμα ξεκίνησε το 2020 και αναμένεται να ολοκληρωθεί στο τέλος του τρέχοντος έτους.
Όπως αποκάλυψε κατά τη διάρκεια ειδικής δημοσιογραφικής αποστολής στο Κιλκίς ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας, Οδυσσέας Παπαδόπουλος, σήμερα στην ελληνική αγορά η EURIMAC κατέχει μερίδιο περίπου 30%, τόσο μέσω προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας όσο και μέσω των δικών της brands, με κυρίαρχο το ΜΑΚΒΕΛ. Το brand παρουσιάζει εντυπωσιακή ανάπτυξη σε σχέση με τη συνολική αγορά. Από το 2022 έως το 2025, η αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, ενώ το ΜΑΚΒΕΛ σημείωσε ανάπτυξη 77,2%.
Από τις διεθνείς αγορές το 55% των πωλήσεων της εταιρείας
Η εξωστρέφεια αποτελεί διαχρονικά τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της εταιρείας. Η EURIMAC παράγει σήμερα το 50% των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται, δραστηριοποιείται σε 60 χώρες και αντλεί περίπου το 55% των πωλήσεών της από τις διεθνείς αγορές.
Το δε 2025 αποτέλεσε για την EURIMAC μία χρονιά στρατηγικής προετοιμασίας για τα επόμενα στάδια ανάπτυξής της, καθώς η εταιρεία, σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, επέλεξε να δώσει προτεραιότητα στο μακροπρόθεσμο όφελος και στη σταθερή ενίσχυση της παραγωγικής και επιχειρησιακής της βάσης, επιλέγοντας να μην προχωρήσει άμεσα σε συνεργασίες που θα μπορούσαν να πιέσουν τη λειτουργία της επιχείρησης πριν ολοκληρωθεί το βασικό επενδυτικό της πλάνο.
Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις της εταιρείας διαμορφώθηκαν στα 66,83 εκατ. ευρώ, έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024. Τα EBITDA ανήλθαν σε 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, ενώ τα κέρδη προ φόρων έφτασαν τα 10,18 εκατ. ευρώ έναντι 11,79 εκατ. ευρώ το 2024. Το τελικό καθαρό αποτέλεσμα μετά από φόρους διαμορφώθηκε στα 8,63 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με 10,70 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2024 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, καθώς η εταιρεία κατέγραψε τον υψηλότερο όγκο πωλήσεων που έχει επιτύχει ποτέ ελληνική επιχείρηση στον κλάδο των ζυμαρικών. Ο όγκος των πωλήσεων διαμορφώθηκε στους 76.200 τόνους, ενώ το 2025 ανήλθε στους 72.300 τόνους.
Οι στόχοι για το 2026
Για το 2026, η διοίκηση εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι η εταιρεία θα ξεπεράσει ακόμη και τον ιστορικά υψηλό όγκο πωλήσεων του 2024. Συγκεκριμένα για εφέτος ο στόχος έχει τεθεί στους 78.000 τόνους, ενώ με την ολοκλήρωση των επενδύσεων ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει αύξηση της παραγωγής ακόμη στους 85.000 τόνους.
Άλλωστε, η επίτευξη μεγάλων όγκων παραγωγής και πωλήσεων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και της αναπτυξιακής δυναμικής της εταιρείας.
Οι επενδύσεις στην καινοτομία
Η ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC δίνει εδώ και χρόνια ιδιαίτερη έμφαση στην καινοτομία των προϊόντων. Η εταιρεία υπήρξε από τις πρώτες που επένδυσαν σε προϊόντα ολικής άλεσης, σε ζυμαρικά με περισσότερα δημητριακά και σε λύσεις ταχείας προετοιμασίας, ακολουθώντας τις σύγχρονες διατροφικές ανάγκες. Ωστόσο, το σημαντικότερο ίσως βήμα στον τομέα της καινοτομίας ήρθε το 2024 με την κυκλοφορία της σειράς ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται στα ράφια των σούπερ μάρκετ συνολικά τέσσερις κωδικοί της εν λόγω σειράς, ενώ πολύ σύντομα αναμένεται να κυκλοφορήσουν ακόμη δύο, ενώ ένας έβδομος κωδικός βρίσκεται στο στάδιο της κλινικής μελέτης. Από την είσοδό της στην αγορά μέχρι και σήμερα, η σειρά ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη έχει κερδίσει σε μερίδιο το 0,6% της αγοράς. Μάλιστα, υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον και από το εξωτερικό.
Η νέα αυτή σειρά βασίστηκε σε πενταετή επιστημονική έρευνα και σε κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με αυστηρά πρωτόκολλα και σε συνεργασία με εξειδικευμένα εργαστήρια. Στόχος ήταν η δημιουργία προϊόντων που να διατηρούν τη γνώριμη γεύση των ζυμαρικών, ενώ ταυτόχρονα να ανταποκρίνονται στις ανάγκες ανθρώπων που επιθυμούν καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο και πιο ισορροπημένη διατροφή. Τα προϊόντα αυτά δημιουργούν αίσθημα κορεσμού χωρίς να δημιουργούν αίσθημα βάρους και αποτελούν μία ουσιαστική επιλογή για όλη την οικογένεια.
Οι επενδύσεις στην τεχνολογία
Τα τελευταία χρόνια, η EURIMAC έχει επενδύσει και στην τεχνολογία. Από το 2020 χρησιμοποιεί συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και αισθητήρες στα σιλό αποθήκευσης σίτου, με στόχο την προστασία της ποιότητας της πρώτης ύλης και την έγκαιρη πρόληψη οποιασδήποτε πιθανής αλλοίωσης. Παράλληλα, μέσω εξειδικευμένου λογισμικού, υποστηρίζει τους συνεργαζόμενους αγρότες στην επιλογή βέλτιστων πρακτικών καλλιέργειας, λαμβάνοντας υπόψη το έδαφος, τις καιρικές συνθήκες και άλλες κρίσιμες παραμέτρους. Με αυτόν τον τρόπο, η τεχνολογία συνδυάζεται με την αγροτική παραγωγή και οδηγεί σε ένα πιο αποδοτικό και βιώσιμο μοντέλο λειτουργίας.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή
Ερωτηθείς ο κ. Παπαδόπουλος για την αβεβαιότητα που γεννά η κρίση στη Μέση Ανατολή, ήταν σαφής. «Ο πόλεμος είναι πολύ κοντά μας και αντιμετωπίζουμε την κατάσταση με ιδιαίτερο σκεπτικισμό. Η κρίση μας επηρεάζει, όχι τόσο σε επίπεδο πρώτης ύλης, αλλά κυρίως σε ό,τι αφορά τα μεταφορικά κόστη και τα κόστη συσκευασίας», τόνισε χαρακτηριστικά.
«Δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει αύριο. Όσο μπορούμε απορροφούμε το κόστος αλλά δεν ξέρουμε ως πότε. Τίποτα δεν είναι σταθερό», εξήγησε.
Μια επιχειρηματική πορεία σχεδόν 90 χρόνων
Η ιστορία της εταιρείας ξεκινά πίσω στο μακρινό 1939, όταν ιδρύθηκε από τους αδελφούς Κωνσταντινίδη. Ήταν τότε που η ΜΑΚΒΕΛ έκανε τα πρώτα της βήματα στην ελληνική αγορά ζυμαρικών, σε μία εποχή εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Από τότε μέχρι σήμερα, η εταιρεία δεν ακολούθησε απλώς την εξέλιξη της αγοράς, αλλά συνέβαλε ενεργά στη διαμόρφωσή της.
Οι πρώτες εξαγωγικές κινήσεις πραγματοποιήθηκαν ήδη από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εταιρεία αντιλήφθηκε νωρίς τη σημασία της διεθνούς παρουσίας. Σε μία περίοδο όπου η έννοια της εξωστρέφειας δεν ήταν αυτονόητη για την ελληνική βιομηχανία, η ΜΑΚΒΕΛ επένδυσε στη δημιουργία σχέσεων με αγορές του εξωτερικού και άρχισε να χτίζει βήμα-βήμα μία φήμη που στηριζόταν στην αξιοπιστία και τη συνέπεια.
Καθοριστικό σημείο στην πορεία της επιχείρησης υπήρξε το 1996, όταν πραγματοποιήθηκε η συνεργασία με τον ιταλικό όμιλο EURICOM spa, οδηγώντας στη δημιουργία της EURIMAC. Η σύμπραξη αυτή αποτέλεσε κάτι πολύ περισσότερο από μία επιχειρηματική συμφωνία. Ήταν η ένωση δύο διαφορετικών αλλά συμπληρωματικών κόσμων: της ελληνικής εμπειρίας στην παραγωγή ζυμαρικών και της ιταλικής τεχνογνωσίας στον τομέα των αγροτικών προϊόντων και της βιομηχανικής επεξεργασίας. Το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή, σύμφωνα με την ιστορία που συχνά αναφέρεται, «σφραγίστηκε» πάνω σε μία χαρτοπετσέτα σε ψαροταβέρνα, αποτυπώνει τη σημασία που είχε — και συνεχίζει να έχει — για τη διοίκηση η προσωπική σχέση, η ειλικρίνεια και η εμπιστοσύνη.
Η εξέλιξη της EURIMAC δεν περιορίστηκε μόνο στην εμπορική ανάπτυξη. Αντίθετα, η εταιρεία επένδυσε συστηματικά στην παραγωγική της αυτάρκεια και στον έλεγχο της ποιότητας. Το 2007 κατασκευάστηκε ο ιδιόκτητος μύλος της, οδηγώντας σε καθετοποίηση της λειτουργίας της. Η κίνηση αυτή έδωσε τη δυνατότητα όχι μόνο καλύτερης κοστολογικής διαχείρισης, αλλά και ουσιαστικότερης γνώσης και ελέγχου της πρώτης ύλης.
Πέρα όμως από τους αριθμούς, τις επενδύσεις και τις διακρίσεις, η EURIMAC δίνει ιδιαίτερη σημασία στον άνθρωπο. Το 97% των εργαζομένων της προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς, γεγονός που αποδεικνύει τη σύνδεση της εταιρείας με την τοπική κοινωνία.
Πλέον η EURIMAC είναι μία από τις σημαντικότερες βιομηχανίες τροφίμων της χώρας, με διεθνή αναγνώριση και ξεκάθαρο στρατηγικό προσανατολισμό.