Ανάποδα έχει γυρίσει η κλεψύδρα του χρόνου για την από-επένδυση του fund VNK Capital των Βασίλη και Νέλλης Κάτσου από την Παλίρροια Σουλιώτης ΑΕ, ηγέτιδα εταιρεία στην κατηγορία έτοιμων γευμάτων, με σήμα κατατεθέν το παραδοσιακό ντολμαδάκι που συνεχίζει να ταξιδεύει στα πέρατα του κόσμου.
«Από Απρίλιο θα το δούμε το ζήτημα» δηλώνει στο insider.gr ο πρόεδρος της εταιρείας Παλίρροια, Κωνσταντίνος Σουλιώτης, ερωτηθείς για το δρομολογούμενο exit του VNK Capital.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι το fund «μπήκε» στην Παλίρροια το 2019, με ποσοστό συμμετοχής 36% επί του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και πλέον έφτασε η ώρα της από-επένδυσης. Σύμφωνα δε με πληροφορίες της αγοράς, το τίμημα για την απόκτηση του 36% που θα παραχωρήσει το VNK Capital εκτιμάται στα 90 εκατ. ευρώ, με τη συνολική αποτίμηση της εταιρείας να υπολογίζεται πέριξ των 250 εκατ. ευρώ.
«Μιλάμε με διάφορους επενδυτές», επιβεβαιώνει ο κ. Σουλιώτης, αποκαλύπτοντας πως για την ώρα υπάρχουν τρεις ενδιαφερόμενοι.
Με παρουσία σε περισσότερες από 60 χώρες παγκοσμίως και με το 85% των συνολικών της πωλήσεων να αφορούν σε εξαγωγές, η Παλίρροια έχει θεμελιώσει τη θέση της ως leader στην κατηγορία έτοιμων γευμάτων. Υπενθυμίζεται εδώ ότι στη χρήση 2023 ο κύκλος εργασιών της Παλίρροια έφτασε για πρώτη φορά στην ιστορία της τα 100 εκατ. ευρώ, ενώ τη διετία 2023-2024 η εταιρεία «έτρεξε» επενδύσεις συνολικού ύψους 18-19 εκατ. ευρώ, με την πλειοψηφία εξ αυτών να αφορά σε αντικατάσταση και βελτίωση του μηχανολογικού της εξοπλισμού, με στόχο την ενίσχυση της παραγωγικότητάς της.
Η κίνηση ματ για την Παλίρροια ήρθε τον Ιανουάριο του 2023, όταν προχώρησε στην απόκτηση της βιομηχανίας κατεψυγμένης ζύμης Τσαμπάσης με έδρα στο Άργος. Η εν λόγω εξαγορά – που πρόσθεσε στον τζίρο της Παλίρροια 17 εκατ. ευρώ – δεν σηματοδότησε μόνο την είσοδο της εταιρείας στην αγορά της κατεψυγμένης ζύμης, αλλά αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα στο δρόμο για τον μετασχηματισμό της σε μια ισχυρή εταιρεία τροφίμων με σαφή εξαγωγικό προσανατολισμό.
Η Παλίρροια σε αριθμούς
Σήμερα η Παλίρροια διαθέτει συνολικά επτά εργοστάσια σε ολόκληρο τον κόσμο - δύο στην Κίνα, δύο στη Βουλγαρία, δύο στην Ελλάδα και ένα στην Ιορδανία - στα οποία απασχολούνται περισσότερα από 1.600 άτομα.
Στα δύο εργοστάσια της Ελλάδας -το ένα βρίσκεται στα Πολιτικά Ευβοίας και το δεύτερο στο Άργος- παράγεται το 40% επί του συνόλου της παραγωγής της εταιρείας.
Σε διεθνές επίπεδο, οι έμπειρες τεχνίτριες τυλίγουν καθημερινά στο χέρι πάνω από 1.800.000 ντολμαδάκια, καθιστώντας την Παλίρροια τον μεγαλύτερο παραγωγό ντολμά σε ολόκληρο τον κόσμο.
Τυλίγοντας ντολμαδάκια από το 1957
Η Παλίρροια ξεκίνησε το 1957 από την κουζίνα ενός παραδοσιακού σπιτιού στο χωριό Πολιτικά της Εύβοιας, κάτω από την καθοδήγηση του Αντώνη Σουλιώτη και με στόχο την παραγωγή και διανομή ελληνικών, ποιοτικών, παραδοσιακών έτοιμων γευμάτων στην ελληνική αγορά.
Το 1974 πραγματοποιείται η πρώτη εξαγωγή στις ΗΠΑ, ενώ το 1982 η επιχείρηση μετατρέπεται από προσωπική σε Ανώνυμη Εταιρεία με τη συμμετοχή των γιών του Αντώνη Σουλιώτη, Κώστα και Βασίλη. Σταδιακά, με μια σειρά από καίριες στρατηγικές κινήσεις, εξελίσσεται από μικρή βιοτεχνία σε έναν σύγχρονο εξαγωγικό όμιλο τροφίμων.
Το 1989 ξεκινά η υλοποίηση ενός μακρόπνοου επενδυτικού σχεδίου, αρχικά με την ανέγερση υπερσύγχρονων, τεχνολογικά προηγμένων εγκαταστάσεων λίγο έξω από τα Πολιτικά Ευβοίας, όπου παραμένουν τα κεντρικά της εταιρείας μέχρι και σήμερα.
Το 2000 δημιουργείται η πρώτη εκτός συνόρων σύγχρονη παραγωγική μονάδα στη Βουλγαρία, με την επωνυμία Paliria Bulgaria Ltd, ενώ το 2008 ιδρύεται νέα παραγωγική μονάδα, αυτή τη φορά εκτός Ευρώπης, στην Κίνα, με στόχο την ταχύτερη εξυπηρέτηση της Αμερικής και των χωρών της Μέσης Ανατολής.
Το 2010 αναπτύσσεται εντατικά το πεδίο των εξαγωγών, οι οποίες καλύπτουν όλο και μεγαλύτερο μέρος του συνολικού τζίρου της εταιρείας, ενώ το 2018 ολοκληρώνεται και η δεύτερη παραγωγική μονάδα στη Βουλγαρία.
Ένα χρόνο αργότερα, το 2019, ολοκληρώνεται η συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας με τη VNK Capital, ενώ ταυτόχρονα η εταιρεία μπαίνει δυναμικά στην κατηγορία έτοιμων γευμάτων ψυγείου λανσάροντας τη σειρά Σπιτικά στην ελληνική αγορά.
Το 2020 ιδρύεται και δεύτερη παραγωγική μονάδα εκτός Ευρώπης, στην Ιορδανία, λόγω της αυξημένης απήχησης των προϊόντων στην Μέση Ανατολή, ενώ το 2021 επενδύονται πάνω από 3 εκατομμύρια στον παραγωγικό εκσυγχρονισμό της εταιρείας, με τη συνολική ετήσια παραγωγή της να ανέρχεται στους 21.000 τόνους.