Στο πλαίσιο γενικότερων περικοπών η Διοίκηση της Deutsche Welle ανακοίνωσε σήμερα την απόφασή της να κλείσει την ελληνική υπηρεσία του σταθμού από τον Ιανουάριο του 2027.
Όπως αναφέρει σε σχετική ανακοίνωση το γερμανικό μέσο ενημέρωσης, μετά τη μείωση της ομοσπονδιακής επιχορήγησης για τη Deutsche Welle (DW) για το 2026, το Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το Διοικητικό Συμβούλιο και η διοικητική ομάδα της DW συγκάλεσαν ειδική κοινή συνεδρίαση για να συζητήσουν ένα ολοκληρωμένο πακέτο μέτρων για την επίτευξη των απαιτούμενων εξοικονομήσεων ύψους 21 εκατ. ευρώ.
Σημειώνεται ότι η ελληνόφωνη υπηρεσία είναι η μόνη που διακόπτεται συνολικά σε ό,τι αφορά όλες τις υπηρεσίες της. Η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη από τις 32 συνολικά της DW που θα σταματήσει να υπάρχει από την 1η Ιανουαρίου του 2027. Περικοπές υπάρχουν και σε ορισμένα άλλα προγράμματα, αλλά καμία γλώσσα δεν αποσύρεται ολοκληρωτικά.
Επιπλέον, η γερμανόφωνη δημοσιογραφική υπηρεσία θα συγχωνευθεί με τα μαθήματα γερμανικής γλώσσας, με τον προϋπολογισμό να μειώνεται σχεδόν στο μισό.
Η ανακοίνωση αναφέρει πως θα καταργηθούν πολλές θέσεις σε ολόκληρο τον οργανισμό και θα μειωθούν σημαντικά τα επενδυτικά κεφάλαια. Σε καθαρά αριθμητικούς όρους, επηρεάζονται περίπου 160 θέσεις πλήρους απασχόλησης, αν και ο τελικός αριθμός μπορεί να διαφέρει. Διευκρινίζεται πως «δεν θα υπάρξουν απολύσεις».
Όπως επισημαίνει η ανακοίνωση, η ελληνική υπηρεσία της DW παρείχε ανεξάρτητες πληροφορίες στο κοινό στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου της στρατιωτικής δικτατορίας. Αποτελούσε σημαντικό κανάλι διαλόγου κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, μεταφέροντας τις γερμανικές απόψεις στο ελληνικό κοινό. «Η Ελλάδα είναι από καιρό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελεί μια σταθερή δημοκρατία με ένα πολυποίκιλο τοπίο μέσων ενημέρωσης, γι' αυτό και η DW πρέπει να προβεί σε περικοπές σε αυτόν τον τομέα», σημειώνεται.
«Η DW πρέπει να παραμείνει μια ισχυρή φωνή για την ελευθερία, ειδικά σε περιορισμένες αγορές μέσων ενημέρωσης όπως η Ρωσία και το Ιράν. Για να το επιτύχει αυτό, χρειάζεται αξιόπιστη, μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση. Λόγω των περικοπών, ο ραδιοτηλεοπτικός φορέας θα πρέπει να αναμένει σημαντικές απώλειες στην εμβέλειά του. Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς η Ρωσία και η Κίνα επενδύουν σημαντικά στα κρατικά μέσα προπαγάνδας τους, ενώ η αποχώρηση των ΗΠΑ από τις διεθνείς ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές δημιουργεί περαιτέρω κενά. Με τη μείωση της χρηματοδότησης της DW, τόσο η γερμανική όσο και η ευρωπαϊκή προοπτική θα αποδυναμωθούν διεθνώς - και αυτό σε μια εποχή που η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως νέους εταίρους και συμμάχους», σημειώνει ο Δρ. Καρλ Γιούστεν, Πρόεδρος του Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης.
«Λυπούμαστε ιδιαίτερα για το κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας. Για πάνω από 60 χρόνια, ενίσχυσε τις γερμανο-ελληνικές σχέσεις και έκανε ορατή τη γερμανική προοπτική στην Ελλάδα. Δεν πήραμε αυτή την απόφαση ελαφρά τη καρδία και δεν εγκρίθηκε χωρίς διαφωνίες. Δυστυχώς, οι αναγκαστικές περικοπές έκαναν αυτό το βήμα αναπόφευκτο», σημειώνει.
«Οι εξοικονομήσεις που κατέστησαν απαραίτητες από τις περικοπές και την έλλειψη αποζημίωσης για τις συλλογικές αυξήσεις μισθών είναι εξαιρετικά επώδυνες. Αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητά μας σε μια εποχή που μια ισχυρή γερμανική και ευρωπαϊκή παρουσία αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία. Ταυτόχρονα, θα συνεχίσουμε να προωθούμε την πρωτοβουλία ποιότητας και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της DW, που ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια - αν και με βραδύτερο ρυθμό. Η DW θεωρείται ευρέως ως μια αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή πληροφοριών, τόσο σε αγορές με λογοκρισία όσο και σε χώρες όπου η Γερμανία οικοδομεί στρατηγικές συνεργασίες. Η βιώσιμη χρηματοδότηση για το μέλλον είναι ζωτικής σημασίας, εάν θέλουμε να εκπληρώσουμε την δημοσιογραφική μας εντολή σε έναν εξαιρετικά ανταγωνιστικό παγκόσμιο χώρο πληροφόρησης. Τώρα είναι η ώρα η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο να χαράξουν από κοινού την απαραίτητη πορεία. Είμαι ειλικρινά ευγνώμων στα μέλη του Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και του Διοικητικού Συμβουλίου για την υποστήριξή τους, η οποία ήταν σαφώς εμφανής κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης», δήλωσε η γενική διευθύντρια της DW Μπάρμπαρα Μάσινγκ.