Τους λόγους για τους οποίους οι έλληνες επενδυτές δηλώνουν πρόθυμοι να συμμετέχουν στην ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, μόλις τρεις μήνες μετά την παρ’ ολίγον κατάρρευσή τους, διευρευνά στο δημοσίευμα της η Wall Street Journal.

Ο αρθρογράφος, Simon Nixon, χαρακτηρίζει «αξιοθαύμαστο» το γεγονός ότι οι έλληνες επενδυτές φαίνονται διατεθειμένοι να αναλάβουν μεγάλο μέρος του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, το οποίο υπολογίζεται σε 14,4 δισ. ευρώ μετά και τα πρόσφατα stress tests, σχολιάζοντας το γεγονός ως «θρίαμβος της ελπίδας έναντι της εμπειρίας».

Ίσως, όμως, οι επενδυτές έχουν λόγο να πιστεύουν ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα πάνε καλύτερα για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, εξηγεί ο Nixon. Ένας από αυτούς, είναι ο πολύ μικρότερος ρυθμός συρρίκνωσης που αναμένουν οι αναλυτές για την ελληνική οικονομία το 2015, της τάξης του 0,7% αντί για 2,3% των εκτιμήσεων της ΕΚΤ. Για το 2016, μάλιστα, οι αναλυτές που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg αναμένουν ανάπτυξη 0,5% με κινητήριο δύναμη τον τουρισμό και τη θετική επίδραση των μεταρρυθμίσεων που έχουν υλοποιηθεί.

Επιπλέον, οι στόχοι κεφαλαιακής επάρκειας που θέτει σήμερα η ΕΚΤ είναι σημαντικά χαμηλότεροι σε σύγκριση με το 2014, καθώς αυτή τη φορά ζητείται από τις τράπεζες  συντελεστής μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 - CET1) ύψους 9,5% έναντι 8% το 2014.

Ένα ακόμη θετικό στοιχείο είναι ότι δεν μπορεί το ΤΧΣ να συμμετέχει στην άντληση κεφαλαίων για την κάλυψη του βασικού σεναρίου, ύψους 4,4 δισ. ευρώ, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια συμμετοχής του Δημοσίου στη διοίκηση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Εν τω μεταξύ, ο τραπεζικός κλάδος στην Ελλάδα έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτικός απ’ ό,τι αναμενόταν το περασμένο έτος, σημειώνει ο αρθρογράφος, ενώ τα capital controls δεν φαίνεται να έχουν επιδεινώσει την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου στο βαθμό που κάποιοι ανέμεναν.

Παρ’ όλα αυτά, οι επενδυτές που θα συμμετέχουν στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου αντιμετωπίζουν μια σειρά στοιχήματα που θα πρέπει να κερδίσουν. Ένα από αυτά είναι πόσο γρήγορα και σε ποιο βαθμό θα επιστρέψουν στις εγχώριες τράπεζες τα κεφάλαια που βγήκαν μαζικά στο εξωτερικό, ούτως ώστε να μειωθεί η εξάρτηση των ιδρυμάτων από την έκτακτη χρηματοδότηση της ΕΚΤ.

Ένα δεύτερο ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι τράπεζες θα μπορέσουν να διαχειριστούν αποτελεσματικά τα κόκκινα δάνεια που έχουν συσσωρευτεί στο ενεργητικό τους, τα οποία αναλογούν στο 30% των συνολικών δανείων.

Το τρίτο στοίχημα είναι η διάρκεια και ο αντίκτυπος των capital controls και σε αυτό το παράδειγμα της Κύπρου είναι ενθαρρυντικό: παρά τους ελέγχους κεφαλαίων και το κούρεμα των καταθέσεων, η οικονομία έχει κατορθώσει να ανακάμψει με ρυθμούς ταχύτερους από το αναμενόμενο.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη πρόκληση σύμφωνα με τον Nixon είναι η τήρηση του μνημονίου από την ελληνική κυβέρνηση, δεδομένων των «αγκαθιών» που παραμένουν στις συνομιλίες κυβέρνησης και πιστωτών για την εκταμίευση των 2 δισ. ευρώ αλλά και των γενικότερων ιδεολογικών διαφορών ανάμεσα στις δύο πλευρές.