Νέα χαλάρωση των capital controls σχεδιάζει η κυβέρνηση στο προσεχές διάστημα, όπως αποκάλυψε Γιάννης Στουρνάρας σε συνέντευξή του στο Reuters την Πέμπτη, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την πλήρη άρση των περιορισμών είναι η λήψη αποφασιστικών μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους.

«Εξετάζουμε σταδιακά την άρση των κεφαλαιακών ελέγχων και το επόμενο βήμα υπολογίζεται να γίνει σύντομα» ανέφερε ο κ. Στουρνάρας, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως  «η πλήρης άρση των capital controls αποτελεί το τέλος της διαδρομής».

Στηριζόμενη από τρία συνεχόμενα προγράμματα διάσωσης, η Ελλάδα ελπίζει να βγει από την μακρά περίοδο ύφεσης το επόμενο έτος. Αλλά ένα μεγάλο μέρος των προοπτικών της εξαρτάται από την πολυπόθητη απομείωση του χρέους, τη χαλάρωση των capital controls και την ένταξή της στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ, επισήμανε ο κεντρικός τραπεζίτης.

«Για να φτάσουμε εκεί απαιτείται η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, η συζήτηση για τα μέτρα που αφορούν στην ελάφρυνση του χρέους και η ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Πάνω απ’ οτιδήποτε άλλο, όμως, σημασία έχει το πόσο γρήγορα θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στη χώρα» τόνισε ο κ. Στουρνάρας.

Ο ίδιος προσδοκεί από την κυβέρνηση να ολοκληρώσει εγκαίρως τη δεύτερη αξιολόγηση ώστε να ξεκινήσει η συζήτηση για το χρέος, ενδεχομένως τον Δεκέμβριο, θέτοντας τις βάσεις για ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο QE.

Η ελάφρυνση του χρέους αποτέλεσε άλλωστε ένα από τα βασικά σημεία σύγκρουσης με την Γερμανία να αντιτίθεται σε μια κίνηση για την ώρα και την ΕΚΤ και ΔΝΤ να επιμένουν στην άμεση λήψη μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους διευρύνοντας έστω το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής.

Ερωτηθείς για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), σημειώνει ότι «όλοι κατανοούν τη σημασία παραμονής του στο πρόγραμμα» και διαπιστώνει ότι η Ουάσιγκτον βρίσκεται κοντά στις ελληνικές θέσεις ως προς το χρέος και την αναγκαιότητα χαλάρωσης των δημοσιονομικών στόχων.

Όσον αφορά τον «βραχνά» των κόκκινων δανείων, χαρακτηρίζει «ρεαλιστικό» τον στόχο μείωσή τους κατά 40% έως το 2019 και υπογραμμίζει ότι μία τέτοια εξέλιξη θα έχει σημαντικά οφέλη για την ανάκαμψη της οικονομίας. «Οι τράπεζες θα πρέπει να αφοσιωθούν περισσότερο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων καθώς αυτό δεν πρόκειται να γίνει στον αυτόματο πιλότο», καταλήγει.