Στάση αναμονής αναμένεται να τηρήσει στη σημερινή του συνεδρίαση, μέσω τηλεδιάσκεψης, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ασκώντας με αυτό τον τρόπο πίεση στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης για την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας για επιπλέον μέτρα στήριξης ενάντια στην πανδημία του κορονοϊού.

Το μήνυμα εξάλλου της Κριστίν Λαγκάρντ στην τηλεδιάσκεψη της Συνόδου Κορυφής την περασμένη εβδομάδα σκιαγράφησε τα επόμενα βήματα της τράπεζας, κάνοντας σαφές πως έχει και τη δύναμη αλλά και την αποφασιστικότητα να παίρνει τολμηρές αποφάσεις, όταν - αλλά και μέχρι εκεί που - χρειάζεται.

Μεταξύ των θεμάτων ωστόσο που φέρεται να εξετάζει ευρύτερα η Φρανκφούρτη για την αναθεώρηση του guidance και της συνολικής της στρατηγικής είναι η αύξηση των προγραμμάτων αγοράς ομολόγων APP, PEPP που φτάνουν με τα τωρινά δεδομένα τα 1,1 τρισ. ευρώ για το 2020, ο στόχος για τον πληθωρισμό αλλά και η διόγκωση του ισολογισμού της, για τη βελτίωση του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Στα στοιχεία Μαρτίου αποτυπώνεται πλήρως η δυναμική ρευστότητας της ΕΚΤ στο Ευρωσύστημα, καθώς οι τράπεζες -κυρίως γαλλικές και γερμανικές- έχουν ανοίξει ξανά τις στρόφιγγες χορήγησης δανείων, ενώ στο δεύτερο τρίμηνο αναμένεται ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των δανειοδοτήσεων, που δεν αποκλείεται να φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2003. Ενδεικτικό είναι πως στις πράξεις μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης LTROs και TLTROs-ΙΙΙ της ΕΚΤ, παρατηρείται ισχυρή ζήτηση που με βάση τις εβδομαδιαίες δημοπρασίες (από 18 Μαρτίου έως 29 Απριλίου) ξεπερνά τα 312 δισ. ευρώ. Στα προγράμματα αυτά αναμένεται εκρηκτική αύξηση τους επόμενους μήνες που θα ξεπεράσει το 1 τρισ. ευρώ με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, να αντλεί δεδομένα από τους τρέχοντες μήνες, προβαίνοντας πιθανότατα σήμερα σε μειώση του επιτοκίου των TLTROs από -0,75%, σε -1,00%, αποδεχόμενη και άλλους τίτλους για τη χορήγηση δανείων.

Άμεσα, όπως όλα δείχνουν, θα υπάρξει αύξηση κατά 600 δισ. ευρώ στα προγράμματα  αγοράς ομολόγων, καθώς το 60% περίπου του PEPP, επαφίεται στο δημόσιο χρέος των κρατών μελών και με τον τρέχοντα ρυθμό, που αγγίζει τα 5 δισ. ευρώ ημερησίως μόνο για αυτό το πρόγραμμα, θα υπάρξει εξάντληση έως τον Οκτώβριο. Παρατηρούμε, λοιπόν, πως οι δύο βασικοί πυλώνες της ΕΚΤ που είναι η αγορά χρέους και το άνοιγμα των τραπεζικών δανειοδοτήσεων παράγουν αποτελέσματα. Σε αυτό το σκέλος η Κριστίν Λαγκάρντ δεν αναμένεται να συναντήσει ισχυρές αντιστάσεις από τα «γεράκια» της τράπεζας, καθώς τόσο ο Ολλανδός κεντρικός τραπεζίτης Κλας Κνοτ όσο και ο Γερμανός Γιενς Βάιντμαν δεν αποκλείουν την αύξηση του προγράμματος PEPP. Προς το παρόν αυτό πιθανότατα θα μετατεθεί για μετά τις 6 Μαΐου που θα πραγματοποιηθεί νέα τηλεδιάσκεψη των ηγετών για το Recovery Fund, καθώς η ΕΚΤ προσπαθεί με το δικό της τρόπο να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου.

Πίεση στο στρατηγείο της Φρανκφούρτης

Παράλληλα μεγάλο ενδιαφέρον υπάρχει στα όσα θα δηλώσει η σιδηρά κυρία της Φρανκφούρτης για τη μορφή ανάκαμψης της Ευρωζώνης -εάν θα υπάρξει ανάπτυξη το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του έτους- αλλά και για τον στόχο του πληθωρισμού που ταλανίζει εδώ και δύο δεκαετίες το νομισματικό μπλοκ. Πολλοί οικονομολόγοι τάσσονται υπέρ της επανεξέτασης του στόχου για τον πληθωρισμό ωστόσο αυτή η ιδέα έχει απορριφθεί για την ώρα από πολλούς αξιωματούχους της τράπεζας. Οι νομικές προκλήσεις και η αντισυμβατικότητά της γύρω από εργαλεία όπως το OMT και σε δεύτερη μοίρα το QE -για το οποίο αναμένεται η απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου της Γερμανίας την επόμενη εβδομάδα-, ήδη από την περίοδο προεδρίας Μάριο Ντράγκι ταλανίζουν την ΕΚΤ που δεν έχει άλλες επιλογές από το να αναλάβει πρόσθετους κινδύνους, ελλείψει μιας δυναμικής και συντονισμένης μακροοικονομικής βοήθειας. «Μπροστά στο τέλος δικαιολογούνται τα πάντα» δήλωσε στο Bloomberg ο Marchel Alexandrovich επικεφαλής οικονομολόγος της Jefferies, προσθέτοντας «η ΕΚΤ γνωρίζει ότι χωρίς να κάνει περισσότερα, θα υπάρξει σοβαρό ρήγμα στην Ευρωζώνη, με το ευρώ να βρίσκεται στο χείλος της κατάρρευσης».

Σήμερα, λοιπόν, η Κριστίν Λαγκάρντ θα επαναλάβει τη δέσμευσή της ότι μπορεί πάντα να κάνει περισσότερα υπενθυμίζοντας με κάθε τρόπο στους ηγέτες των κρατών μελών ότι απαιτείται συντονισμένη και συλλογική δράση.