Mε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές επιχειρήσεων και επαγγελματιών, προς τη ΔΕΗ και άλλες ΔΕΚΟ, να έχουν ήδη ξεπεράσει το μισό εκατομμύριο, η σκέψη της κυβέρνησης για επιπλέον φορολογία στην ενέργεια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μάλλον ουτοπική.

Οι αυξήσεις που σημειώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ αλλά και τα καύσιμα είχαν τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα καθώς είτε μειώθηκε η κατανάλωση είτε αυξήθηκαν οι ληξιπρόθεσμοι λογαριασμοί από επιχειρήσεις που πλέον δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην κάλυψη τους. Έτσι τα σενάρια της κυβέρνησης για αύξηση του ΦΠΑ στο ρεύμα στο 23% αλλά και αύξηση των φόρων σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο, στην προσπάθεια να κλείσει το «λογαριασμό» και την αξιολόγηση, βρίσκουν αντιθέτους μικρομεσαίους και βιομηχάνους.

Και αυτό διότι εκτός από την αντικειμενική δυσκολία κάλυψης πιθανών αυξήσεων στην ενέργεια (ντίζελ και φυσικό αέριο), θα δημιουργήσουν σημαντικά προβλήματα στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, βιοτεχνιών και βιομηχανιών.

Σύμφωνα με τους εκπροσώπους της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας, η εξίσωση του ειδικού φόρου στο πετρέλαιο κίνησης θα επιβαρύνει για άλλη μια φορά τις επιχειρήσεις και τις μεταφορές εμπορευμάτων κατά περίπου 350 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, μιας και τα περισσότερα επαγγελματικά αυτοκίνητα είναι πετρελαιοκίνητα.

Η απαίτηση των Ελλήνων βιομηχάνων και του ΣΕΒ για μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης για το φυσικό αέριο που κατευθύνεται στη βιομηχανική χρήση στα ελάχιστα προβλεπόμενα από την Κοινοτική Οδηγία επίπεδα (0,54 ευρώ/μεγαβατώρα), καθώς και την πιθανή κατάργηση του φόρου επί του Φυσικού Αερίου δείχνει ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώρια για επιπλέον αυξήσεις των φόρων όπως οραματίζεται η κυβέρνηση και μάλιστα την ίδια στιγμή που η Ελλάδα έχει το υψηλότερο επίπεδο ειδικού φόρου κατανάλωσης στο φυσικό αέριο για βιομηχανική χρήση από όλα τα κράτη-μέλη.

Συγκεκριμένα ο φόρος στην Ελλάδα είναι διπλάσιος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και δεκαπλάσιος των προβλέψεων της σχετικής Οδηγίας 2003/96/ΕΚ, ενώ μετά την πτώση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης επιβαρύνει την τιμή εισαγωγής του φυσικού αερίου περισσότερο από 40%.

Ίδια και η εικόνα στην αγορά των καυσίμων αφού για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν πετρέλαιο αλλά και τον κλάδο των μεταφορών οποιαδήποτε αύξηση θα είναι δυσβάστακτη. Σήμερα ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης ανέρχεται στα 330 ευρώ/χιλιόλιτρο, ενώ στη βενζίνη στα 670 ευρώ/χιλιόλιτρο. Σε περίπτωση εξίσωσης και αφού υπολογιστεί η επιβάρυνση του ΦΠΑ (που επιβάλλεται και επί του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης) η τιμή του πετρελαίου θα επιβαρυνθεί συνολικά με 0,418 ευρώ το λίτρο. Δηλαδή η λιανική τιμή του ντίζελ κίνησης με τα σημερινά δεδομένα θα φθάσει στο 1,418 ευρώ το λίτρο.

Όπως λένε οι εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου, σε μια ήδη επιβαρυμένη αγορά οποιαδήποτε αύξηση το μόνο που θα φέρει είναι πτώση της κατανάλωσης και λουκέτα αφού δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια αντοχής. Η αύξηση θα επιβαρύνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και το κόστος παραγωγής προϊόντων, που σημαίνει αύξηση του κόστους ζωής της χώρας μας και μείωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων διεθνώς.