Θα είναι ο Κολοσσός της Ρόδου ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου ή το όλο εγχείρημα θα αγγίζει τα όρια του κιτς; 
Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει η βελγική εφημερίδα "De Standaard" σε δημοσίευμα της με τον τίτλο "Νέα σχέδια για την ανακατασκευή του Κολοσσού της Ρόδου".
Στο ρεπορτάζ γίνεται εκτενής αναφορά στα σχέδια νέων αρχιτεκτόνων, μηχανικών και αρχαιολόγων από την Ελλάδα, τη Μ. Βρετανία και την Ισπανία να προχωρήσουν στην κατασκευή του περίφημου Κολοσσού της Ρόδου που συγκαταλέγεται στα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου.
Ο Κολοσσός της Ρόδου ήταν το άγαλμα του Θεού Ήλιου το οποίο υψωνόταν στην είσοδο του λιμανιού του νησιού της Ρόδου τριακόσια χρόνια πριν την γέννηση του Χριστού.
Με ύψος πάνω από 30 μέτρα ήταν ένα από τα υψηλότερα αγάλματα του αρχαίου κόσμου αλλά καταστράφηκε μαζί με άλλα πέντε άλλα θαύματα όπως ο Φάρος της Αλεξανδρείας, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, ο Ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο, οι Κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας και το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία και μόνο την πυραμίδα της Γκίζα να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα.
Η ομάδα των επιστημόνων έχει καταθέσει λεπτομερή πρόταση για την ανακατασκευή του Κολοσσού, ο οποίος θα έχει ύψος 150 μέτρα και θα είναι προϋπολογισμού 240 εκατ. ευρώ. 
Στη μελέτη προτείνεται μια κατασκευή που εκμεταλλεύεται τις τελευταίες τεχνολογίες, κάνοντας χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και έξυπνων συστημάτων κατά των σεισμικών δονήσεων και ανέμων, χαρίζοντας ταυτόχρονα σταθερότητα και ευελιξία.
Στην ομάδα μετέχουν οι κ.κ. Άρης Α. Πάλλας, αρχιτέκτονας με ειδικότητα στην αρχαιολογία, Ρόδο, Ελλάδα, Enrique Fernanzes, πολιτικός μηχανικός, από την Ισπανία, Ombretta Iannone, αρχιτέκτονας με ειδικότητα στην αρχαιολογία, από την Ιταλία, Matilda Palla, Οικονομολόγος από την Ισπανία, Erald Dupi πολιτικός μηχανικός από το Ηνωμένο Βασίλειο και Χρήστος Γιαννάς, αρχαιολόγος από τη Ρόδο.
Επισημαίνεται πως και κατά το παρελθόν είχαν γίνει παρόμοιες προσπάθειες οι οποίες όμως έπεσαν στο κενό εξαιτίας των αντιρρήσεων του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού, το οποίο, στηριζόμενο στην ομόφωνη εκτίμηση αρχιτεκτόνων και αρχαιολόγων, είχε χαρακτηρίσει το όλο εγχείρημα "κιτς”.