«Χαμένη ευκαιρία» στην προσπάθεια καταπολέμισης του επιθετικoύ φορολογικού σχεδιασμού και του αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού χαρακτήρισε με γνωμοδότησή του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη συμφωνία των κρατών μελών της Ε.Ε. για την ανταλλαγή στοιχείων σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις που αφορούν τις πολυεθνικές.

Μάλιστα με αφορμή την κατά πλειοψηφία υπερψήφιση της Έκθεσης της Ειδικής Επιτροπής για τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax-ruling» της 26ης Οκτωβρίου, η οποία αναμένεται να ψηφιστεί τον Νοέμβριο, ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, υπογράμμισε την ανάγκη για πλήρη διαφάνεια και δημοσιοποίηση των φορολογικών συμφωνιών, που συνάπτουν πολυεθνικές εταιρείες με τις φορολογικές αρχές των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Να υπενθυμίσουμε ότι οι διασυνοριακές φορολογικές συμφωνίες τύπου «tax-ruling» στην ουσία επιτρέπουν σε μια επιχείρηση να ζητά εκ των προτέρων από μια χώρα να της γνωστοποιήσει το είδος της φορολογικής μεταχείρισης που θα ακολουθήσει σε περίπτωση που εκείνη επενδύσει στη χώρα.

Κινούμενοι στο ίδιο πνεύμα και οι λοιποί ευρωβουλευτές εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους γιατί η συμφωνία της 6ης Οκτωβρίου περιορίζει αδικαιολόγητα τόσο το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την «αυτόματη ανταλλαγή» πληροφοριών όσο και την πρόσβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις πληροφορίες αυτές.

Παρά το ομόφωνο ναι στα tax-ruling μεταξύ κρατών της Ε.Ε. και πολυεθνικών, συμφωνία που επικυρώθηκε από το Συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών (ECOFIN) της 6 Οκτωβρίου και θέτει σε ισχύ το μέτρο από τον Ιανουάριο του 2017, δεν είναι λίγοι εκείνοι που υπογραμμίζουν την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια.

Τι προτείνουν οι ευρωβουλευτές, σε σύγκριση με το τι αποφάσισε τελικά το Συμβούλιο

  • Περιορισμένο πεδίο εφαρμογής μόνο στις διασυνοριακές αποφάσεις: Για περιορισμένο πεδίο εφαρμογής έκαναν λόγο οι ευρωβουλευτές ζητώντας να ισχύσουν νέοι κανόνες για όλες τις φορολογικές αποφάσεις, και όχι μόνο για τις «διασυνοριακές και τις εκ των προτέρων συμφωνίες τιμολόγησης», καθώς οι εθνικές αποφάσεις μπορούν επίσης να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις.
  • Περιορισμένος ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: Σημαντικός ήταν και ο περιορισμός από το Συμβούλιο του ρόλου της Ευρωπαϊκης Επιτροπής, αφού δεν θα μπορεί να κάνει κάτι άλλο με τις πληροφορίες που θα λαμβάνει (η Επιτροπή θα έχει μόνο περιορισμένη πρόσβαση σε αυτές) πέρα από το να ελέγχει εάν η οδηγία εφαρμόζεται σωστά.
  • Οδηγία χωρίς αναδρομική ισχύ: Το Συμβούλιο αποφάσισε ότι η οδηγία θα εφαρμοστεί μόνο για τις αποφάσεις, τροποποιήσεις ή ανανεώσεις αποφάσεων που θα λάβουν χώρα μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016, με ορισμένες εξαιρέσεις για αποφάσεις που εκδόθηκαν, τροποποιήθηκαν ή ανανεώθηκαν την περίοδο 2012-2016.

Την ανάγκη να δοθεί το δικαίωμα στην Ευρωπαϊκή επιτροπή να έχει πρόσβαση και να χρησιμοποιεί τα δεδομένα για τη διερεύνηση των περιπτώσεων φοροαποφυγής και πρακτικών ντάμπινγκ εξαιτίας την ανταγωνιστικής πλευράς του ζητήματος, υπογράμμισε και ο ευρωβουλευτής Markus Ferber σχολιάζοντας τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις φορολογικές συμφωνίες που αφορούν την παροχή κρατικών ενισχύσεων από το Λουξεμβούργο (Fiat Finance) και την Ολλανδία (Starbucks). «Γιατί αρνούνται τα κράτη μέλη την πρόσβαση της Επιτροπής στα δεδομένα αυτά; Κρύβουν κάτι; Οι πρόσφατες ετυμηγορίες της Επιτροπής για τις κρατικές ενισχύσεις στις περιπτώσεις των Starbucks και Fiat αποδεικνύουν ότι θα πρέπει να της δοθεί η δυνατότητα να διαδραματίσει το ρόλο της» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Fiat, Starbucks καλούνται να πληρώσουν 60 εκατ. για φοροαποφυγή

Στο παράδειγμα των παραπάνω εταιρειών στις 22 Οκτωβρίου η Ευρωπαική Επιτροπή έκρινε παράνομες τις συμφωνίες που είχαν κλείσει οι δύο πολυεθνικές με τις κυβερνήσεις Ολλανδίας και Λουξεμβούργου. Η ολλανδική κυβέρνηση κλήθηκε να ανακτήσει φόρους ύψους 20-30 εκατ. ευρώ από την αμερικανική αλυσίδα πώλησης καφέ Starbucks, ενώ αντίστοιχα και η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου κλήθηκε να ανακτήσει ανάλογο ποσό από τη Fiat Chrysler.

Με την απόφαση  αυτή η επίτροπος για τον Ανταγωνισμό, Μαργκρέτε Βεστάγκερ, υπογράμμιζε πως οι εταιρείες θα πρέπει να πληρώνουν το «δίκαιο μερίδιό τους» δημιουργώντας νομικό προηγούμενο αλλά και μελλονικό οδηγό για παρόμοιες αποφάσεις το επόμενο διάστημα. Μάλιστα αν και τα ποσά θεωρούνται μικρά για παρόμοιου μεγέθους πολυεθνικές, τα δύο κράτη ανακοίνωσαν πως σκοπεύουν να προσφύγουν κατά της Κομισιόν. Αντιστοίχως η Starbucks ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση κατά της απόφασης της Επιτροπής και υποστήριξε, όπως και η ολλανδική κυβέρνηση, ότι η Κομισιόν διέπραξε σημαντικά «λάθη» κατά την αξιολόγηση της υπόθεσής της.Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, η οικονομία του οποίου στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό σε πολυεθνικές εταιρείες που πληρώνουν λίγο έως ελάχιστο φόρο, ανακοίνωσε επίσης ότι διαφωνεί με την απόφαση και επιφυλάχτηκε να ασκήσει κάθε νόμιμο δικαίωμά της. Η δε Fiat αρνήθηκε ότι έλαβε οποιουδήποτε είδους οικονομική βοήθεια από το Λουξεμβούργο.

Η κ. Βεστάγκερ πρόσεξε ιδιαίτερα να μη θέσει εν αμφιβόλω το αποκλειστικό (;) δικαίωμα των κρατών-μελών να αποφασίσουν οι ίδιες για το ύψος της φορολογίας, τονίζοντας ότι το θέμα στην περίπτωση των Starbucks και Fiat Chrysler ήταν η διαφορετική αντιμετώπισή τους σε σχέση με άλλες εταιρείες που φορολογούνται στο ίδιο κράτος.

Κατά την Κομισιόν, οι δύο εταιρείες επωφελήθηκαν από φορολογικές αποφάσεις που διασφάλιζαν το ύψος των μελλοντικών επιπέδων φορολογίας. Κατά τις Βρυξέλλες, τα κέρδη προς φορολόγηση που θα εμφάνιζε η μονάδα της Fiat στο Λουξεμβούργο θα ήταν 20 φορές υψηλότερα σύμφωνα με τις ισχύουσες συνθήκες της αγοράς.

Προειδοποιώντας ότι «δεν θα σταματήσουμε εδώ», η κ. Βεστάγκερ χαρακτήρισε «πολύ διαφορετικές» την περίπτωση της φορολόγησης της Apple στην Ιρλανδία και της Amazon στο Λουξεμβούργο, παρόλο που και στην περίπτωση αυτών των εταιρειών η Κομισιόν υποπτεύεται πως επωφελούνται από παράνομες κρατικές επιδοτήσεις που δίνονται μέσω του φορολογικού συστήματος.

Την ώρα που οι κυβερνήσεις που παλεύουν να μειώσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα κάνουν λόγο για συνηθισμένες πρακτικές των πολυεθνικών να βρουν νομότυπους τρόπους για αποφυγή καταβολής φόρων, στέλεχος μεγάλης εταιρείας συμβούλων μιλώντας στο Reuters, μετά την κύρωση της απόφασης, έκανε λόγο για την πρώτη από μια σειρά αποφάσεων της Κομισιόν που αναμένονται να «κλονίσουν συθέμελα τον κόσμο των εταιρειών».

Tax - Ruling: Φορολογικές συμφωνίες ως απαγορευμένες κρατικές επιχορηγήσεις

Ήδη από τον Ιούνιο του 2014, οι αρχές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία θεωρείται εγγυήτρια των ευρωπαϊκών κανονισμών που μεριμνούν για τον δίκαιο ανταγωνισμό, πραγματοποιούν έρευνες κατά των κρατών ,το βάρος των οποίων, όμως, θα κληθούν να σηκώσουν οι εταιρείες.

Αν και οι διασυνοριακές φορολογικές συμωνίες τύπου «tax-ruling» δεν είναι εξ ορισμού παράνομη, ωστόσο επιτρέπουν ανά περιπτώσεις σε πολυεθνικές εταιρείες να κερδοσκοπούν επί σειρά ετών εγκαθιστώντας τις θυγατρικές τους σε «ευρωπαϊκούς φορολογικούς παραδείσους».

Πέτρα του σκανδάλου οι αποκαλύψεις του LuxLeaks

Η Ειδική Επιτροπή TAXE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συστήθηκε πριν από έναν χρόνο για να εξετάσει τις επιπτώσεις των φορολογικών συμφωνιών πολυεθνικών εταιρειών και κρατών-μελών, που αποκαλύφθηκαν με το σκάνδαλο LuxLeaks, χωρίς ωστόσο να λείπουν τα εμπόδια. Συγκεκριμένα, 13 από τα 28 κράτη-μέλη της Ε.Ε. αρνήθηκαν να δημοσιοποιήσουν συγκεκριμένα φορολογικά κείμενα -με την Ελλάδα να βρίσκεται μεταξύ των χωρών που επέτρεψαν τη δημοσιοποίηση- και επιπλέον, πολλές πολυεθνικές εταιρείες αγνόησαν τις προσκλήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για ακρόαση ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν έρθει τότε στο φως και οι οποίες είχαν ως κύριους στόχους τους αμερικανικούς ομίλους Skype, Walt Disney και Invista, και αργότερα την Amazon και την Apple, οι πολυεθνικές είχαν προβεί σε περίπλοκες αναδιαρθρώσεις διοχετεύοντας κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων σε θυγατρικές τους στο Λουξεμβούργο, με φορολογία χαμηλότερη του 1%. Αυτό μάλιστα επί πρωθυπουργίας του νυν προέδρου της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, ο οποίος έχει αποποιηθεί κάθε ευθύνη.

«Δεν θα ήθελα να με αντιμετωπίσουν μεμονωμένα. (...) Όλοι φταίξαμε, διότι δεν αντιδράσαμε στην ανισότητα των εθνικών φορολογικών προδιαγραφών που επιτρέπει στις πολυεθνικές εταιρείες να βρίσκουν ένα μαύρο θάλαμο στον οποίο να δρουν», τόνιζε τότε ο πρόεδρος της Ευρωπαικής Επιτροπής.