Στην εσωτερική αγορά και στους έλληνες προμηθευτές οδήγησε ένα μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων η έλλειψη ρευστότητας αλλά και η επιβολή των capital controls .

Η εικόνα των επιχειρήσεων όπου η πλειοψηφία των εμπορευμάτων τους ήταν προερχόμενα από χώρες του εξωτερικού άλλαξε άρδην αφού οι απαιτήσεις των ξένων προμηθευτών ανάγκασε πολλές επιχειρήσεις, στην πλειοψηφία τους μικρομεσαίες, να στραφούν στην εσωτερική παραγωγή. Αυτό δείχνει η Ετήσια Έκθεση Ελληνικού Εμπορίου 2015 της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας, η οποία έγινε σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών της ΕΣΕΕ.

Ενδεικτικό είναι ότι περίπου τα 4 στα 10 προϊόντα που πωλούνται από όλες τις εμπορικές επιχειρήσεις της χώρας ανεξαρτήτως μεγέθους είναι πλέον ελληνικά. Η τάση αυτή εξελίχθηκε αυξητικά λόγω της αδυναμίας των επιχειρήσεων στις αγορές του εξωτερικού, γεγονός που ξεκίνησε με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και το οποίο επιδεινώθηκε ραγδαία με την επιβολή στον έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων το περασμένο καλοκαίρι.

Πλέον περίπου η 1 στις 2 μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΟΕ, ΕΕ, ΑτΕ) έχουν ως προμηθευτές τους ελληνικές βιομηχανίες και βιοτεχνικές ενώ τα προϊόντα που προέρχονται από άλλες χώρες της ΕΕ αντιπροσωπεύουν πλέον μόλις το 30% των εμπορευμάτων τους και από την Ασία μόλις το 13,5%

Στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις (ΑΕ, ΕΠΕ) οι οποίες έχουν σαφώς μεγαλύτερη διαπραγματευτική δυνατότητα με τους ξένους προμηθευτές τους αλλά και ρευστότητα, τα ελληνικά προϊόντα στα ράφια τους αντιπροσωπεύουν το 31,2% με τα προερχόμενα από άλλες χώρες της ΕΕ να φτάνουν το 44,4% και από την Ασία το 14,1%.

Αυξημένα είναι τα ποσοστό των ελληνικών προϊόντων στα ράφια των λιανεμπορικών επιχειρήσεων με τις μικρές επιχειρήσεις να αγοράζουν το 1 στα 2 προϊόντα που πωλούν από έλληνες προμηθευτές. Μεγαλύτερο σε σχέση με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του εμπορίου είναι και το ποσοστό των μεγάλων λιανεμπορικών επιχειρήσεων που έχουν στραφεί σε έλληνες  προμηθευτές με το 39,1% των προϊόντων που πωλούν να είναι πλέον εγχωρίως παραγόμενα.