Το βραβείο αυτού του «αγώνα» δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερο. Όποιος από τους υποψηφίους καταφέρει να αναδειχτεί πρωθυπουργός της Ισπανίας μετά τις 20 Δεκεμβρίου θα παραλάβει μια χώρα η οικονομία της οποίας αναπτύσσεται με παραπάνω από 3%, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να έχει δεσμευτεί για τουλάχιστον άλλους 15 μήνες ποσοτικής χαλάρωσης άρα και ρευστότητας, και μια σειρά επιλογών που μπορούν να αναπτύξουν την εσωτερική κατανάλωση. Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά αποτελούν ένα «μείγμα» ικανό να διατηρήσει τον επόμενο πρωθυπουργό στην εξουσία για πολλά χρόνια.

Μετά από τέσσερα χρόνια οικονομικής κρίσης και διασώσεων η Ισπανία οδεύει σε ανάπτυξη της τάξης του 2,5% με 3% για τουλάχιστον την επόμενη τριετία, δήλωσε ο Fernando Gutierrez, οικονομολόγος της εταιρείας Solchaga Recio & Asociados η οποία συμβουλεύει μερικές από τις μεγαλύτερες ισπανικές εταιρείες.

Πέρα από τις προβλέψεις η ιστορία έχει δείξει ότι όταν η Ισπανία ξεκινάει να ανακάμπτει συνεχίζει την ανάπτυξη για χρόνια. Η χώρα βρίσκεται εδώ και δύο χρόνια σε φάση ανάπτυξης, μόλις για τρίτη φορά μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1978. Οι δύο προηγούμενες φάσεις οικονομικής ανάπτυξης της χώρας κράτησαν για πάνω από μια δεκαετία.

Πρόκειται για μια πολύ διαφορετική κατάσταση από αυτή που παρέλαβε ο Mariano Rajoy το 2011. Το κόμμα του Ισπανού πρωθυπουργού εμφανίζεται πρώτο στα γκάλοπ αλλά έχει χάσει περισσότερο από το ένα τρίτο των ψηφοφόρων  του καθώς δύο νέα κόμματα, οι Ciudadanos (Πολίτες) και οι Podemos (Μπορούμε), θέτουν υπό αμφισβήτηση τον παραδοσιακό δικομματισμό του κεντρο-δεξιού Λαϊκού Κόμματος (PP) και των Σοσιαλιστών.  Πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε για πρώτη φορά του Σοσιαλιστές (που ιστορικά εναλλάσσονται με το PP στη κυβέρνηση) να βρίσκονται τέταρτο κόμμα.

Ωστόσο με τα δημοψηφίσματα να δείχνουν ότι το 42% των ψηφοφόρων δεν έχουν αποφασίσει ακόμη τι θα κάνουν στις εκλογές η τελική εικόνα της νέας βουλής δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη. Αυτό όμως το οποίο φαίνεται, είναι πως όποιος και να αναδειχθεί νικητής των εκλογών θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για να εξασφαλίσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν τα τέσσερα πρώτο κόμματα να λαμβάνουν ποσοστά μεταξύ του 17% και 28% των συνολικών ψήφων. Αν επιβεβαιωθούν αυτές οι προβλέψεις οι εκλογές θα οδηγήσουν στην πιο διασπασμένη βουλή από το 1978.