Η νέα ψηφιακή υπηρεσία του Κτηματολογίου δίνει πρόσβαση σε 386.000 αεροφωτογραφίες, όμως η σημασία αυτού του αρχείου δεν περιορίζεται στην καταγραφή της εξέλιξης μιας περιοχής. Οι παλαιότερες αεροφωτογραφίες εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται σε υποθέσεις που αφορούν ακίνητα, δασικούς χαρακτηρισμούς και ιδιοκτησιακά ζητήματα. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αεροφωτογράφηση του 1945, καθώς η εικόνα που είχε τότε μια έκταση μπορεί ακόμη και σήμερα να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται.
Σύμφωνα με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η αεροφωτογράφηση του 1945 αποτελεί το πρώτο πλήρες γεωχωρικό σύνολο που καλύπτει ολόκληρη την Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό αποτέλεσε βασικό ιστορικό υπόβαθρο για την καταγραφή της μορφής και της κάλυψης της γης και χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για τις μεταβολές που έχουν μεσολαβήσει τις επόμενες δεκαετίες.
Γιατί το 1945 εξακολουθεί να έχει σημασία το 2026
Οι αεροφωτογραφίες του 1945 χρησιμοποιούνται στους δασικούς χάρτες για να διαπιστωθεί ποια μορφή είχε μια έκταση στο παρελθόν και πώς αυτή μεταβλήθηκε με την πάροδο των δεκαετιών. Από τη σύγκριση με τη σημερινή εικόνα προκύπτει, μεταξύ άλλων, εάν μια περιοχή ήταν ανέκαθεν δασική ή εάν ήταν αγροτική και δασώθηκε αργότερα.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι λεγόμενοι «δασωμένοι αγροί». Πρόκειται για εκτάσεις που στις παλιές αεροφωτογραφίες εμφανίζονται ως χωράφια, αλλά στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν και καλύφθηκαν από δασική βλάστηση. Το ΥΠΕΝ έχει υπολογίσει ότι οι σχετικές εκτάσεις φθάνουν περίπου τα 7 εκατ. στρέμματα.
Η διάκριση έχει σημασία και για το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Εάν από την αεροφωτογραφία του 1945 προκύπτει ότι μια έκταση ήταν τότε αγροτική, το γεγονός ότι σήμερα έχει δασωθεί δεν την καθιστά αυτομάτως ιδιοκτησία του Δημοσίου. Για να προβάλει δικαιώματα κυριότητας σε έναν δασωμένο αγρό, το Δημόσιο πρέπει να διαθέτει τίτλο ιδιοκτησίας.
Έτσι, μια αεροφωτογραφία του 1945 μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο στοιχείο για να αποδειχθεί ότι μια σημερινή δασωμένη έκταση ήταν στο παρελθόν αγροτική. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους εικόνες ηλικίας οκτώ δεκαετιών εξακολουθούν να έχουν πρακτική σημασία για χιλιάδες ιδιοκτησίες σήμερα.
Όταν ένα χωράφι έγινε δάσος
Η ελληνική ύπαιθρος έχει αλλάξει ριζικά από τα μέσα του περασμένου αιώνα. Η μεταπολεμική αστικοποίηση, η εγκατάλειψη ορεινών και ημιορεινών περιοχών και η υποχώρηση γεωργικών δραστηριοτήτων άφησαν πίσω τους χιλιάδες εκτάσεις που σταδιακά καλύφθηκαν από βλάστηση.
Ένα χωράφι που καλλιεργούνταν το 1945 μπορεί σήμερα, έπειτα από δεκαετίες εγκατάλειψης, να μοιάζει με κανονικό δάσος. Το αντίστροφο επίσης έχει συμβεί. Εκτάσεις που εμφανίζονταν ως δασικές στις παλιές αεροφωτογραφίες άλλαξαν μορφή τις επόμενες δεκαετίες. Στους δασικούς χάρτες οι μεταβολές αυτές αποτυπώνονται με διαφορετικούς χαρακτηρισμούς ακριβώς επειδή η σημερινή εικόνα από μόνη της δεν αρκεί. Γι' αυτό και το 1945 λειτουργεί ουσιαστικά σαν η «παλιά φωτογραφία ταυτότητας» της ελληνικής γης.
Ένα αρχείο της μεταπολεμικής μεταμόρφωσης της χώρας
Η αξία αυτών των εικόνων, ωστόσο, ξεπερνά τις επιμέρους ιδιοκτησιακές υποθέσεις.Οι αεροφωτογραφίες καταγράφουν κάτι που δύσκολα αποτυπώνεται με οποιοδήποτε άλλο μέσο: τη μεταμόρφωση ολόκληρης της χώρας σε βάθος δεκαετιών.
Περιοχές που σήμερα αποτελούν πυκνοδομημένα προάστια εμφανίζονται ως χωράφια. Δρόμοι και μεγάλοι οδικοί άξονες δεν υπάρχουν ακόμη. Παραθαλάσσιες ζώνες είναι αδόμητες. Οικισμοί έχουν διαφορετικά όρια, ενώ αγροτικές εκτάσεις που εγκαταλείφθηκαν έχουν πλέον καλυφθεί από βλάστηση.
Η δωρεάν υπηρεσία θέασης ορθοφωτογραφιών επιτρέπει ήδη τη σύγκριση επίσημων υποβάθρων διαφορετικών χρονικών περιόδων, ενώ η διεύρυνση του ψηφιακού αρχείου του Κτηματολογίου στις 386.000 αεροφωτογραφίες αυξάνει σημαντικά το ιστορικό υλικό που μπορεί να αναζητηθεί.
Τι μπορεί να κάνει πρακτικά ο ιδιοκτήτης
Στην πράξη, ο ενδιαφερόμενος μπορεί μέσω της νέας υπηρεσίας του Ελληνικού Κτηματολογίου να αναζητήσει αν υπάρχουν διαθέσιμες αεροφωτογραφίες για την περιοχή που τον ενδιαφέρει και να τις προμηθευτεί ηλεκτρονικά σε ψηφιακή μορφή. Οι εικόνες προέρχονται από τη σάρωση των πρωτότυπων αρνητικών και διατίθενται σε αναλύσεις 400 και 1.000 dpi. Η αξιοποίησή τους, ωστόσο, σε μια συγκεκριμένη δασική ή ιδιοκτησιακή υπόθεση δεν γίνεται αυτομάτως από τον πολίτη, καθώς η ερμηνεία του υλικού και η χρήση του ως τεχνικού ή αποδεικτικού στοιχείου μπορεί να απαιτεί τη συνδρομή μηχανικού, τοπογράφου ή άλλου αρμόδιου επιστήμονα.



