Η κυβέρνηση Τραμπ εξέδωσε κλητεύσεις σε αρκετούς δημοσιογράφους των New York Times, μετά το δημοσίευμα της εφημερίδας νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα σχετικά με ζητήματα ασφαλείας που αφορούν το νέο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One, το οποίο δωρήθηκε από το Κατάρ στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Οι κλητεύσεις - με τις οποίες επιδιώκεται να υποχρεωθούν οι δημοσιογράφοι να καταθέσουν ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου στο Μανχάταν την Τετάρτη- συνιστούν μια εξαιρετικά σοβαρή κλιμάκωση των προσπαθειών του προέδρου Τραμπ να ασκήσει πίεση και να εκφοβίσει ανεξάρτητους ειδησεογραφικούς οργανισμούς.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κλητεύσεις επιδόθηκαν από ομοσπονδιακούς πράκτορες που εμφανίστηκαν στα σπίτια των δημοσιογράφων.
Οι New York Times καταδίκασαν τις ενέργειες της κυβέρνησης.
«Η εμφάνιση ομοσπονδιακών αστυνομικών στα κατώφλια των σπιτιών δημοσιογράφων θα πρέπει να συγκλονίσει κάθε Αμερικανό που πιστεύει στο Σύνταγμα και στην ελευθερία του Τύπου που αυτό προστατεύει», δήλωσε σε ανακοίνωσή του το βράδυ της Παρασκευής ο Ντέιβιντ ΜακΚρόου, επικεφαλής νομικός σύμβουλος της σύνταξης της εφημερίδας.
«Οι δημοσιογράφοι μας παρουσιάζουν τα γεγονότα και υπηρετούν το δικαίωμα του αμερικανικού λαού να γνωρίζει πώς λειτουργεί η κυβέρνησή του και πώς δαπανώνται τα χρήματα των φορολογουμένων», ανέφερε ο ΜακΚρόου. «Αυτή η θρασεία ενέργεια δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια να εμποδιστεί η κοινή γνώμη να πληροφορηθεί τι συμβαίνει στη χώρα, μέσω του εκφοβισμού των δημοσιογράφων ώστε να μην κάνουν τη δουλειά τους.»
Οι κλητεύσεις περιέχουν ελάχιστες λεπτομέρειες και ζητούν απλώς από τους δημοσιογράφους να καταθέσουν «σχετικά με εικαζόμενη παραβίαση της ομοσπονδιακής ποινικής νομοθεσίας». Εκδόθηκαν από τον ομοσπονδιακό εισαγγελέα του Μανχάταν, Τζέι Κλέιτον. Ο Κλέιτον, επικεφαλής ενός από τα σημαντικότερα εισαγγελικά γραφεία των Ηνωμένων Πολιτειών, προτάθηκε πρόσφατα από τον Τραμπ για τη θέση του διευθυντή των Εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών.
Εκπρόσωποι του Λευκού Οίκου δεν απάντησαν σε αιτήματα σχολιασμού.
Στόχος οι διαρροές

Σε ανακοίνωσή το Σάββατο, εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης δήλωσε ότι «στόχος δεν είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά όσοι διαρρέουν απόρρητες πληροφορίες».
«Αναγνωρίζουμε και εκτιμούμε τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει ο Τύπος στη χώρα αυτή, αλλά και το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει σημαντικό καθήκον να διασφαλίζει ότι όσοι είναι επιφορτισμένοι με τα κρατικά μυστικά διαχειρίζονται αυτές τις πληροφορίες όπως οφείλουν», δήλωσε η εκπρόσωπος, Έμιλι Κόβινγκτον. Πρόσθεσε ότι «αναγνωρίζουμε πως μπορεί να υπάρχει πάντοτε μια φυσική ένταση μεταξύ αυτών των δύο ρόλων, αλλά δεν πρόκειται να αγνοήσουμε τον νόμο».
Μεταξύ των δημοσιογράφων των New York Times που έλαβαν κλητεύσεις ήταν οι Τζούλιαν Ε. Μπαρνς, Έρικ Λίπτον, Τάιλερ Πέιτζερ και Έρικ Σμιτ, οι οποίοι είχαν δημοσιεύσει την Τετάρτη ότι ο Τραμπ αναχώρησε από την Τουρκία με το παλαιό Air Force One, κατόπιν σύστασης της Μυστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ για λόγους ασφαλείας.
Την Πέμπτη, οι New York Times αποκάλυψαν ότι το νέο Air Force One, ένα Boeing 747-8 που δωρήθηκε από το Κατάρ, στερείται ορισμένων προηγμένων συστημάτων ασφαλείας που διαθέτει το παλαιότερο αεροσκάφος, μεταξύ των οποίων και συστήματα αντιπυραυλικής προστασίας. Και τα δύο δημοσιεύματα βασίστηκαν σε πηγές που μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας, λόγω της ευαισθησίας των θεμάτων ασφαλείας.
Πριν από τη δημοσίευση του άρθρου της Τετάρτης, ανώτερος αξιωματούχος του FBI επικοινώνησε με δημοσιογράφο και ανώτερο συντάκτη των New York Times, ζητώντας να μην δημοσιευθεί το ρεπορτάζ, επικαλούμενος ζήτημα εθνικής ασφάλειας, σύμφωνα με πρόσωπο που γνωρίζει τη συνομιλία. Ο αξιωματούχος αρνήθηκε να εξηγήσει ποιο ακριβώς ήταν το ζήτημα ασφαλείας. Ζήτησε επίσης από την εφημερίδα να αποκαλύψει τις πηγές της, αλλά οι New York Times αρνήθηκαν. (Ο εκπρόσωπος της εφημερίδας, Τσάρλι Στάντλαντερ, επιβεβαίωσε την εκδοχή αυτή.)
Ο Τραμπ είναι εδώ και χρόνια ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στα μέσα ενημέρωσης. Ωστόσο, κατά τη δεύτερη θητεία του έχει κινηθεί πιο επιθετικά, αξιοποιώντας τις εκτεταμένες εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στις προσπάθειές του να επιτεθεί στον Τύπο.
Νωρίτερα φέτος, το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιχείρησε να εξαναγκάσει δημοσιογράφους της Wall Street Journal και της Washington Post να καταθέσουν. Οι κλητεύσεις αποσύρθηκαν αφού και οι δύο οργανισμοί ενημέρωσης αντέδρασαν δικαστικά με εμπιστευτικές προσφυγές.
Τόσο Δημοκρατικές όσο και Ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις έχουν κατά καιρούς διεξαγάγει έρευνες για διαρροές απόρρητων πληροφοριών. Ωστόσο, οι κλητεύσεις που στρέφονται κατά δημοσιογράφων είναι σπάνιες και, σύμφωνα με υπερασπιστές της Πρώτης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, μπορούν να αποθαρρύνουν τη δημοσιογραφική έρευνα και τη συλλογή πληροφοριών.
Τον Ιανουάριο, πράκτορες του FBI προχώρησαν σε μια σπάνια ενέργεια, πραγματοποιώντας έρευνα στην κατοικία της δημοσιογράφου της Washington Post, Χάνα Νάτανσον, στο πλαίσιο έρευνας για τη διαχείριση διαβαθμισμένου υλικού από κυβερνητικό εργολάβο. Οι πράκτορες κατέσχεσαν κινητά τηλέφωνα, φορητούς υπολογιστές και ένα έξυπνο ρολόι, εκτελώντας σχετικό ένταλμα έρευνας. Η Νάτανσον είχε περάσει μήνες συνομιλώντας με κυβερνητικούς υπαλλήλους, καλύπτοντας τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να περιορίσει το μέγεθος του ομοσπονδιακού δημόσιου τομέα.
Οι New York Times είναι διάδικοι σε αρκετές δικαστικές υποθέσεις που αφορούν τον Τραμπ και την κυβέρνησή του.
Ο πρόεδρος μήνυσε την εφημερίδα πέρυσι, κατηγορώντας την για συκοφαντική δυσφήμιση, προσβολή της φήμης του και προσπάθεια υπονόμευσης της υποψηφιότητάς του στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Τον Δεκέμβριο, οι New York Times προσέφυγαν κατά του Υπουργείου Άμυνας, αφού αυτό επέβαλε περιορισμούς στους δημοσιογράφους που καλύπτουν το στρατιωτικό ρεπορτάζ. Στη συνέχεια κατέθεσαν νέα αγωγή, όταν το υπουργείο περιόρισε ακόμη περισσότερο τη φυσική πρόσβαση των δημοσιογράφων στο Πεντάγωνο.
Τον Μάιο, η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών στην Απασχόληση (Equal Employment Opportunity Commission) άσκησε αγωγή κατά των New York Times, κατηγορώντας την εφημερίδα για διακρίσεις στην απασχόληση. Την Παρασκευή, οι New York Times κατέθεσαν ανταγωγή, υποστηρίζοντας ότι η αγωγή αποτελεί πράξη αντιποίνων για την κάλυψη της προεδρίας Τραμπ και παραβιάζει τα δικαιώματά τους που κατοχυρώνονται από την Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος.
Φωτογραφία @AP



