Ειδήσεις
28-02-2017 | 00:00

Παρατηρώντας (με ανησυχία) τη «μεγάλη εικόνα»

Ηλίας Τσαουσάκης
Μοιράσου το
Παρατηρώντας (με ανησυχία) τη «μεγάλη εικόνα»

Έχουν ήδη κλείσει δυο χρόνια από την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015. Κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η απόρριψη μιας συγκεκριμένης πολιτικής κατεύθυνσης που εκφραζόταν μέσα από το πρώτο και το δεύτερο μνημόνιο, καθώς και η υπόσχεση για μια ευρύτερη αλλαγή πολιτικής μετά από 5 χρόνια λιτότητας. Η δεύτερη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι κοινωνικές δυνάμεις που τον στήριξαν τον Ιανουάριο, παρόλη την καλοκαιρινή συμφωνία με τους εταίρους και τη ριζική μεταστροφή μετά το δημοψήφισμα, συνέχισαν να τον στηρίζουν. Η Νέα Δημοκρατία παρά τη στρατηγική επανατοποθέτηση της στον μεσαίο χώρο, δεν κατάφερε να βρει τις αναγκαίες κοινωνικές συμμαχίες διεύρυνσης της επιρροής της, παραμένοντας ουσιαστικά περιχαρακωμένη και μακριά από λαϊκά και μικροαστικά στρώματα. Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου αποτέλεσαν τελικά μια βασική αναπαραγωγή του Ιανουαρίου, παρά τις μετακινήσεις ψηοφφόρων που υπήρξαν μεταξύ των δυο κομμάτων1. Ωστόσο, οι πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες της περιόδου ήταν ιδιαίτερα σημαντικές κυρίως γιατί άλλαξαν σε σημαντικό βαθμό τα βασικά χαρακτηριστικά της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ. Αμέσως μετά τις εκλογές, με μηδενική περίοδο χάριτος, ξεκινά η ραγδαία επιδείνωση της κυβερνητικής εικόνας η οποία αποτυπώνεται σε όλους τους δείκτες και φυσικά στην πρόθεση ψήφου. Η ματαίωση όλων των προσδοκιών που καλλιεργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης ήταν ολοκληρωτική. Από την άλλη πλευρά η αλλαγή ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία, τον Ιανουάριο του 2016, δημιούργησε μια νέα δυναμική για το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Κατάφερε μέσα σε σχετικά μικρό διάστημα να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους της και σε δεύτερο χρόνο να προετοιμάσει τις συνθήκες επαναπατρισμού σημαντικού μέρους των ψηφοφόρων που στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2016 είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ. Στον ρευστό εκλογικά χώρο του κέντρου και της κεντροαριστεράς παρατηρείται κινητικότητα, χωρίς όμως μέχρι στιγμής ο κεντρικός εκφραστής της, η Δημοκρατική Συμπαράταξη, πιεζόμενη μέσα σε συνθήκες διαρκούς πόλωσης, να καταφέρει να μετατραπεί σε έναν ισχυρό πόλο προσεταιρισμού των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ.

Σήμερα, δύο χρόνια μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, το κυβερνών κόμμα βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο του εκλογικού του κύκλου. Με τους δείκτες αισιοδοξίας να είναι σε ελεύθερη πτώση, την εκλογική του επιρροή να συρρικνώνεται και την εικόνα του Πρωθυπουργού να παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα2. Μέσα σε όλο αυτό το διάστημα η “αισιοδοξία και η ελπίδα”, μετατράπηκαν σε “οργή και φόβο”. Η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ αγγίζει μόλις το 41% με διψήφιες διαρροές προς τη Νέα Δημοκρατία (12,2%) και με υψηλά ποσοστά στην αδιευκρίνιστη ψήφο (21,5%)3. Αντίθετα η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στη μέγιστη δυνατή συσπείρωση, επιδιώκοντας στρατηγικά την κάλυψη του κεντρώου χώρου. Μέσα σε αυτό το αρνητικό κλίμα που αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις και που θυμίζει αναλογικά αντίστοιχους κύκλους φθοράς των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Σαμαρά, η κυβέρνηση έχει ήδη μπει στον τρίτο χρόνο διακυβέρνησης, χωρίς να έχει καταφέρει να κερδίσει την πολυπόθητη «επιστροφή στην κανονικότητα». Η παρατεταμένη αβεβαιότητα που προκαλεί η συνεχιζόμενη εκκρεμότητα της αξιολόγησης, η κατάσταση στην πραγματική οικονομία καθώς και η πίεση ολοένα και περισσότερων κοινωνικών στρωμάτων απο τα μέτρα λιτότητας, δημιουργούν ένα επιβαρυμένο περιβάλλον το οποίο συρρικνώνει το κυβερνών κόμμα και θρέφει την Αξιωματική Αντιπολίτευση. Περισσότερο όμως – και σε βαθμό ανησυχητικό – θρέφει όχι μόνο τις αντισυστημικές κοινοβουλευτικές παρουσίες, αλλά κυρίως μια βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης που εμφανίζεται σταθερά τα τελευταία επτά χρόνια της κρίσης. Μια σειρά από παράγοντες που διαμορφώνονται στη χώρα δεν γεννούν καμιά αισιοδοξία. Οι αυξανόμενες τάσεις αποχής και η συρρίκνωση του εκλογικού σώματος, η μαζική απέχθεια στην μεταπολίτευση και τα κεκτημενα της, η απαξίωση της εκλογικής διαδικασίας, η αμφισβήτηση του κομματικού συστήματος, η αποδυνάμωση των θεσμών, δημιουργούν έναν εκρηκτικό και ιδιαίτερα τοξικό συνδυασμό. Σε όλα τα παραπάνω έρχεται να προστεθεί η υπαρξιακή πλέον κρίση της Ευρώπης, η άνοδος ακροδεξιών και λαϊκιστικών κομμάτων στην εξουσία, η απειλή της Λεπέν στη Γαλλία και φυσικά η εκλογή του Ντ. Τράμπ στην Προεδρία των ΗΠΑ. Η κρίση εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα βαθαίνει, με κίνδυνο να μετατραπεί σε μια συνολική δημοκρατική αμφισβήτηση. Το ερώτημα που πρέπει να τίθεται από εδώ και πέρα, δεν θα πρέπει να είναι «πότε θα γίνουν», αλλά το «πως θα γίνουν» οι επόμενες εκλογές. Η υπεράσπιση βασικών κεκτημένων από τα κόμματα του Συνταγματικού τόξου, η αποφυγή μια τυφλής και πολωτικής σύγκρουσης που θα βαθύνει ακόμα περισσότερο την κρίση εκπροσώπησης, αφορά και το νικητή και τον ηττημένο των επόμενων εκλογών. Η εργαλειοποίηση της “οργής και του φόβου” στον βωμό μιας τυφλής εκλογικής αναμέτρησης θα έχει σαν αποτέλεσμα την επόμενη ημέρα των εκλογών να υπάρχουν μόνο ηττημένοι. Και αυτό δεν το θέλει κανείς.

1 Γ. Μαυρής http://www.mavris.gr/4876/rise_and_fall/

2 MRB, ΤΑΣΕΙΣ Δεκεμβρίου 2016

3 MRB, Έρευνα καταγραφής των πολιτικών εξελίξεων σε θέματα που αφορούν στο πολιτικό τοπίο σήμερα, Star channel, Φεβρουάριος 2017

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.