Διεθνή
04-03-2021 | 07:52

Μοχλός στήριξης από Ευρωκοινοβούλιο για πιο ήπιους δημοσιονομικούς κανόνες

Δήμητρα Καδδά
Μοιράσου το
Μοχλός στήριξης από Ευρωκοινοβούλιο για πιο ήπιους δημοσιονομικούς κανόνες

Εάν δεν αλλάξουν οι δημοσιονομικοί κανόνες ανά την ΕΕ και ισχύσουν την μετά Covid εποχή κατά «γράμμα», τότε, σύμφωνα με μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το βάρος θα είναι αφόρητο. Η Ελλάδα θα πρέπει να υποχρεωθεί σε πλεονάσματα που θα ξεπερνούν το 13% του ΑΕΠ για να απομειώσει το χρέος. 

Ο λόγος για έναν στόχο που θεωρείται – όπως είναι φυσικό – ανέφικτος και ανεφάρμοστος. Γι αυτό άλλωστε και τον αναδεικνύει ως επιχείρημα για τις αλλαγές που δρομολογούνται ανά την ΕΕ. Το ζήτημα είναι πόσο τελικά θα βοηθηθούν κράτη όπως η Ελλάδα με πολύ υψηλό χρέος. 

Οι αλλαγές που κυοφορούνται ανά  την ΕΕ και επηρεάζουν άμεσα την Ελλάδα, λαμβάνουν χώρα σε μία συγκυρία που θα ήταν υπό άλλες συνθήκες καθαρά επετειακή. Το 2021 σηματοδοτεί για τη χώρα τη συμπλήρωση 40 ετών συμμετοχής στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. 

Τα οφέλη από την ευρωπαϊκή αυτή πορεία της χώρας είναι πολλά και δεδομένα. Και γίνονται φανερά στη νέα αυτή υγειονομική κρίση από τη στήριξη που λαμβάνει η Ελλάδα με το πακέτο χρηματοδοτήσεων των 70 δισ. ευρώ για την προσεχή 7ετία (που έρχεται να προστεθεί σε έναν πακτωλό κονδυλίων που προσεγγίζουν τα 200 δισ. ευρώ), αλλά και από τη θεσμική κάλυψη την οποία  έχει από την ΕΕ.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει δώσει επιτυχώς τους προηγούμενους μήνες μία μεγάλη μάχη για ένα ισχυρό πακέτο αναπτυξιακών κονδυλίων της ΕΕ (του Ταμείου Ανάκαμψης από το οποίο η Ελλάδα μπορεί να λάβει ως 32 δισ. ευρώ αλλά και του νέου ΕΣΠΑ), αλλά και για έναν ενισχυμένο ρόλο παρέμβασης. Πλέον, ετοιμάζεται για τα επόμενα βήματα.

Εδώ και καιρό το Ευρωκοινοβούλιο προετοιμάζεται - μέσα από τις θέσεις που το ίδιο αναπτύσσει αλλά και μέσα από επιστημονικά κείμενα που έχει «παραγγείλει» στον πρώην επικεφαλής του EWG Τόμας Βϊζερ και σε επιφανείς οικονομολόγους - για το debate που ξεκινά αναφορικά με το μέλλον των κανόνων που θα διέπουν τους προϋπολογισμούς της ΕΕ αλλά και για το πώς θα αξιοποιηθούν καλύτερα τα κονδύλια που θα μοιράσει η ΕΕ για να διασφαλισθεί η ανάκαμψη. 

Σήμερα η συζήτηση στην έδρα του ΕΚ

Στο δημοσιονομικό πεδίο, η εκκίνηση έγινε χθες με την ανακοίνωση των οδηγιών της Επιτροπής. Σήμερα μεταφέρεται η «μάχη» στην έδρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Θα τοποθετηθούν για το μέλλον των δημοσιονομικών κανόνων αλλά και της οικονομικής κατάστασης της Ευρώπης γενικότερα ο αρμόδιος Αντιπρόεδρος Βάλντις Ντομπρόβσκις και ο Επίτροπος Οικονομικών υποθέσεων Πάολο Τζεντιλόνι. Η συζήτηση θα λάβει χώρα στην αρμόδια επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων του ΕΚ αλλά την προσεχή εβδομάδα το θέμα θα οδεύσει στην Ολομέλεια και αφορά στο Πακέτο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και στο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής που θα ακολουθηθεί λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας.

Η συζήτηση λαμβάνει χώρα σε μία συγκυρία κατά την οποία όλα τα κράτη - μέλη και κυρίως χώρες όπως η Ελλάδα περιμένουν να δουν πως θα διαμορφωθεί η στάση των επόμενων μηνών αλλά και ετών ανά την ΕΕ. Ούτως ώστε να φανούν τα δημοσιονομικά περιθώρια που θα «δοθούν» για μέτρα στήριξης, αλλά και τα εφόδια για την έξοδο από την κρίση που προκαλεί η πανδημία και για την τόνωση της ανάκαμψης διαφυλάσσοντας τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα της ΕΕ.

Η ρήτρα γενικής διαφυγής που επιτρέπει προσωρινές δαπάνες που σχετίζονται με την πανδημία θεωρείται δεδομένο πως θα ισχύσει - με κάποιο τρόπο και σε κάποιο βαθμό - και το 2022. Οι οδηγίες που ανακοίνωσε χθες η Επιτροπή θα πρέπει να περάσουν από την έγκριση των κρατών μελών (αρχικά σε επίπεδο ΥΠΟΙΚ) στο οποίο θα αρχίσει η συζήτηση και για τους δημοσιονομικούς κανόνες που θα ισχύσουν την επόμενη μέρα της πανδημίας.

Η σημασία για την Ελλάδα – στη χειρότερη θέση σε χρέος, στην καλύτερη θέση σε έλλειμμα

Για την Ελλάδα που τελεί σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας η συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Καθώς θα πρέπει να παρακολουθήσει – από τη θέση του θεατή - πώς οι τεκτονικές αλλαγές στην Ευρώπη θα την επηρεάσουν σε σχέση με τη συμφωνία του 2018 για πρωτογενή πλεονάσματα.

Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος για πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ το 2022 θεωρητικά δεν ισχύει λόγω της ρήτρας διαφυγής. Αλλά για τη συνέχεια έχει συμφωνηθεί η διατήρηση πλεονασμάτων στο 3% του ΑΕΠ το 2023, στο 2,5% 2024 και στο 2,2% του ΑΕΠ από το 2025 και μετά. 

Αλλά και σε όρους Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, οι στόχοι για απομείωση του χρέους κατά 1/20ο ετησίως στο σκέλος που υπερβαίνει τον κανόνα του 60% του ΑΕΠ με την υποχρέωση διατήρησης ανάλογα υψηλών πλεονασμάτων (σ.σ. διαθρωτικό πλεόνασμα) δημιουργούν, όπως δείχνουν τα στοιχεία του ΕΚ, ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τη χώρα. 

Μάλιστα, εξηγεί μία σειρά από «παράδοξα» με αφορμή την Ελλάδα που δείχνουν γιατί οι κανόνες πρέπει να αλλάξουν.

Σε έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η Ελλάδα κατατάσσεται στην ομάδα των 8 κρατών μελών της ΕΕ με υψηλή επικινδυνότητα στη βιωσιμότητα του χρέους. Και τούτο λόγω του απόλυτου ύψους του ως αναλογία του ΑΕΠ, στο 207,1% το 2020 και στο 200,7% φέτος.

Παρ' όλα αυτά γίνεται ειδική μνεία στο γεγονός της πολύ καλής δημοσιονομικής θέσης της χώρας όπως μετράται σε όρους Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Το λεγόμενο διαρθρωτικό έλλειμμα (έλλειμμα προσαρμοσμένο με βάση την πορεία του οικονομικού κύκλου) έκλεισε το 2020 στο -0,1% του ΑΕΠ και φέτος υπολογίζεται στο -2,6% του ΑΕΠ και είναι το καλύτερο πανευρωπαϊκά (με τον μέσο όρο στο -4,8% το 2020 και στο -4,3% το 2021). Επίσης επισημαίνονται τα οφέλη από την κατοχή του 75% του χρέους από επίσημους δανειστές και το μακροπρόθεσμο προφίλ λήξεων από το γεγονός πως οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες φέτος υπολογίζονται στο 15,9% του ΑΕΠ, έναντι 20,5% μέσου όρου στην Ευρωζώνη και 29% του ΑΕΠ στην Ιταλία. 

Οι προτάσεις για τις αλλαγές



Μία ομάδα 4 ακαδημαϊκών υψηλού κύρους που κλήθηκαν από το Ευρωκοινοβούλιο να καταθέσουν τις προτάσεις τους για το μέλλον των δημοσιονομικών κανόνων, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι πρέπει αναγκαστικά να αλλάξουν. Μία από τις πιο βασικές προτάσεις ανά τη ΕΕ είναι ο «χρυσός κανόνας» δαπανών. Δηλαδή η παρακολούθηση των χωρών όχι με βάση τα πλεονάσματα αλλά με μία ρήτρα που θα συνδέει το δικαίωμά τους για δαπάνες με την πορεία του ΑΕΠ

Το πιο μεγάλο «αγκάθι» θεωρείται πως είναι η ρήτρα μείωσης του χρέους κατά 1/20 το χρόνο για το χρέος που υπερβαίνει τον κανόνα του 60% του ΑΕΠ. Θεωρείται ανεφάρμοστη και συστήνονται άλλοι τρόποι μέτρησης της βιωσιμότητάς του.

Όπως επισημαίνεται από την Luisa Lambertini της Ομοσπονδιακής Πολυτεχνικής Σχολής της Λωζάννης (École Polytechnique Fédérale de Lausanne), της οποίας τη συνδρομή ζήτησε το ΕΚ, η πιστή εφαρμογή του εν λόγω κανόνα θα οδηγούσε σε πρωτογενή πλεονάσματα 13,2% στην Ελλάδα, αλλά και 7,4% στην Ιταλία και 5,9% στην Πορτογαλία. «Το εύρημα αυτό δείχνει πως οι κανόνες στην τρέχουσα μορφή τους, κινδυνεύουν να γίνουν μη εφαρμόσιμοι, εκτός εάν η ταχύτητα και ο ρυθμός με τον οποίο οι χώρες θα πρέπει να συγκλίνουν στον στόχο του 60% διατυπώνονται διαφορετικά για κάθε χώρα, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο του χρέους, το κόστος δανεισμού, την πορεία του ΑΕΠ» και άλλες παραμέτρους, αναφέρει. Δηλαδή συστήνει πολλαπλές αλλαγές στον κανόνα αφού και σε ένα σενάριο 2πλασιασμού του χρόνου από 20 σε 40 έτη υπολογίζει πως στην Ελλάδα απαιτούνται πλεονάσματα στο 10,3% του ΑΕΠ που και πάλι είναι ανέφικτα.

Μάλιστα, ο Erik Jones (Πανεπιστήμιο Johns Hopkins SAIS) σε ξεχωριστή μελέτη για λογαριασμό του ΕΚ αναφέρει πως ο εν λόγω κανόνας πλέον είναι και άδικος. Οι χώρες με τις πιο αδύναμες θέσεις όσον αφορά τους δείκτες χρέους προς το ΑΕΠ - δηλαδή η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ισπανία – είναι οι χώρες που υπέστησαν το μεγαλύτερο πλήγμα στην αρχική φάση της πανδημίας. Επιπλέον, ο δείκτης παραγνωρίζει άλλες ιδιαιτερότητες της δομής του χρέους, «για παράδειγμα, η Ελλάδα έχει ιστορικά υψηλό δείκτη χρέους ως προς το ΑΕΠ και ωστόσο αντιμετωπίζει ιστορικά χαμηλά επιτόκια δανεισμού» αναφέρει.

Οι Klaus-Jürgen GERN, ο Stefan KOOTHS και ο Ulrich STOLZENBURG του Ινστιτούτου Kiel τεκμηριώνουν γιατί οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ έγιναν όλο και πιο περίπλοκοι με την πάροδο των ετών. «Δεδομένης της αυξανόμενης αβεβαιότητας σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της κρίσης στις οικονομίες των κρατών μελών» συστήνεται να υπάρξει αναστολή στο σκέλος επιβολής κυρώσεων για δύο ακόμη χρόνια μετά το 2022 αλλά και να ληφθούν υπόψη τα δεδομένα προ υγειονομικής κρίσης ως σημείο αναφοράς για τον προσδιορισμό των αναγκών δημοσιονομικής προσαρμογής. 

Οι Martin και Ragot (Sciences Po, OFCE και Conseil d'Analyse Economique) υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί το ζήτημα της απενεργοποίησης της γενικής ρήτρας διαφυγής από το ζήτημα των κανόνων που θα εφαρμοστούν μετά. Ζητώντας παράλληλες αποφάσεις για τις αλλαγές στην επιτήρηση των δημοσιονομικών της ΕΕ. 

Το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ και γενικότερα η καλή χρήση των κοινοτικών κονδυλίων έχουν ειδική σημασία και στην πράξη αποτελούν μία ισχυρή ασπίδα για τα δημοσιονομικά των κρατών. Αφού αν απορροφηθούν σωστά αυξάνουν το ΑΕΠ, δηλαδή τον παρονομαστή μέτρησης του χρέους.

Ο Τόμας Βίζερ ζητήθηκε από το ΕΚ να διεξαγάγει τη δική του Μελέτη αναφορικά με το τι πρέπει να αλλάξει. Σε κείμενο για τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου στο Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ ο κ. Βίζερ αναφέρει ότι η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα μπορούσε να ενισχύσει την πολιτική διαφάνεια στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΕ και σε κρατικό επίπεδο. Στο πεδίο των κονδυλίων της ΕΕ επισημαίνεται πως υπάρχουν τουλάχιστον δύο κίνδυνοι. Πρώτον, ότι τα κεφάλαια δεν θα χρησιμοποιηθούν λόγω έλλειψης ικανότητας σχεδιασμού ή υλοποίησης ή έλλειψης πολιτικού ενδιαφέροντος για ορισμένα έργα. Δεύτερον, πως η πολιτική πίεση στην Επιτροπή ή στις υπηρεσίες της να συμφωνήσουν ότι υπήρξε επαρκής εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και των έργων (ώστε να εκταμιευθούν οι δόσεις ) μπορεί να είναι σημαντική. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν πλεονεκτήματα από την προσθήκη ενός πρόσθετου μοχλού ελέγχου και διαφάνειας μέσα από τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.  

Ο Τ. Βίζερ εξηγεί πως η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι η πρόσβαση σε κονδύλια του Μηχανισμού Ανάκαμψης εξαρτάται από την έγκριση των λεπτομερών εθνικών Σχεδίων Ανάκαμψης με έργα που συνδεόνται με ορόσημα υλοποίησης μεταρρυθμίσεων. Τα Σχέδια των κρατών, επισημαίνει, θα ενσωματωθούν στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο με στόχο τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής. 

Κρίνει πως οι υφιστάμενες διαδικασίες συντονισμού της οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αποτελεσματικές ούτε επαρκείς. Αναφέρεται σε κινδύνους και στα στάδια αξιολόγησης με την προώθηση έργων που δεν πρέπει να λαμβάνουν το «πράσινο φως» ή με την άσκηση veto από κράτη μέλη (σε επίπεδο EFC) μπλοκάροντας έργα που μπορεί να είναι στην πραγματικότητα σε καλό δρόμο. Εκτιμά έτσι πως «η διαφάνεια, ή η απειλή της διαφάνειας, είναι ένας καλός τρόπος» να αποφευχθούν τέτοιες παγίδες με το ΕΚ να «είναι το καταλληλότερο θεσμικό όργανο που να μπορεί να παρέχει» αυτό το ρόλο. 

Τα 40 χρόνια και το κρίσιμο σταυροδρόμι

Από την ένταξή της Ελλάδας στην ΕΕ το 1981 έως σήμερα τα οφέλη των πολλά.  Πολλά άλλαξαν στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η χώρα. Στα δικαιώματα και στις ευκαιρίες που έχουν οι κάτοικοι της και οι εταιρείες που εδρεύουν σε αυτή. 

Μία κοινή αγορά με ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών, η ομπρέλα προστασίας του νομίσματος, η πίεση για αλλαγή κρίσιμων κανόνων για να εναρμονισθεί με το Ευρωπαικό Πλαίσιο και ένας πακτωλός κονδυλίων - κοντά στα 200 δισεκατομμύρια ευρώ ξεκινώντας από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα έως τα ΕΣΠΑ - στήριξαν την προσπάθεια της Ελληνικής οικονομίας να συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. 

Βεβαίως, η σύγκλιση ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Τα μνημόνια αλλά και η νέα υγειονομική κρίση εισοδηματικά αύξησαν τη «ψαλίδα». Ενώ, ακόμη και σήμερα, μεταρρυθμίσεις επιχειρείται να ολοκληρωθούν και μέσα από το υπό κατάρτιση Ταμείο Ανάκαμψης.

Η διαφορά του 2021 σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις, είναι πως αυτή τη φορά η Ελλάδα δεν είναι το μαύρο πρόβατο. Λαμβάνει εύσημα από τους θεσμούς της ΕΕ για την καλή πορεία προετοιμασίας του Σχεδίου Ανάκαμψης και για τη διαχείριση της κρίσης σε υγειονομικό επίπεδο. Επίσης ολοκληρώνει ομαλά τις αξιολογήσεις της ενισχυμένης εποπτείας. 

Ωστόσο επιχειρεί να εξέλθει της πανδημίας με ένα μεγάλο μειονέκτημα: τη μεγάλη εξάρτησή της από τον τουριστικό τομέα που προκαλεί μεγάλη πτώση του ΑΕΠ. 

Έτσι, είναι μεγάλη η πρόκληση να αξιοποιηθούν στο έπακρο τα χρήματα που θα λάβει από δω και στο εξής. Αλλά και να στηριχθεί η προσπάθεια εξόδου σε ένα υγιές πλαίσιο δημοσιονομικών κανόνων που θα αναγνωρίζουν τις «ιδιαιτερότητες» της ελληνικής οικονομίας, διαφυλάττοντας την ανθεκτικότητά της. 

 

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.