Διεθνή
02-03-2021 | 09:57

Τι συμβαίνει στη Μιανμάρ και πώς επηρεάζεται η Νοτιοανατολική Ασία;

Τι συμβαίνει στη Μιανμάρ και πώς επηρεάζεται η Νοτιοανατολική Ασία;

 

Η Μιανμάρ (πρώην Μπούρμα ή Βιρμανία) είναι ένα κράτος στη Νοτιοανατολική Ασία μεταξύ του Μπαγκλαντές και της Ταϊλάνδης. Αποτελεί μια χώρα η οποία, από το 2010 μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 2021 όπου επιβλήθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα και κράτος έκτακτης ανάγκης, υπήρξε το πιο ενδιαφέρον παράδειγμα πολιτικής μεταρρύθμισης από δικτατορικό καθεστώς σε φιλελεύθερη δημοκρατία των ημερών μας. 

Πράγματι, στη δεκαετία που προηγήθηκε, οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες της Μιανμάρ αμβλύνθηκαν μέσα από ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού υποδομών, αύξησης μισθών και προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, οι οποίες δημιούργησαν μια νέα μεσαία τάξη στη χώρα. Όσον αφορά τις επενδύσεις, εστιάζονται κυρίως στην ενέργεια, τη γεωργία, την αλιεία και την εξορυκτική δραστηριότητα. 

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος των οικονομικών αλλαγών στη χώρα, από το 2011 ως το 2018 ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν κατά μέσο όρο 6,9%. Ο πιο στενός συνεργάτης της Μιανμάρ στο θέμα της ενέργειας είναι η Κίνα μέσα από την πρωτοβουλία «Μία Ζώνη ένας Δρόμος» (BRI). Εκτός της ενέργειας, η Κίνα έχει επενδύσει στη Μιανμάρ μια σειρά από έργα υποδομών όπως δρόμοι, λιμάνια και σιδηροδρομικές γραμμές, μέσα από το πρόγραμμα Οικονομικός Διάδρομος Κίνας-Μιανμάρ (China-Myanmar Economic Corridor - CMEC) το οποίο επικαιροποιήθηκε με το νέο Πενταετές Πλάνο που επικύρωσε η Κίνα (2021-2025). Μία ακόμα σημαντική παράμετρος ήταν το άνοιγμα σε διεθνείς τηλεπικοινωνιακούς παρόχους το 2014. Το αποτέλεσμα ήταν να εγκατασταθεί σχετικά σύγχρονο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο και παροχές ίντερνετ στη Μιανμάρ, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της χρήσης καρτών sim από 13 κατοίκους στους 100, σε 113 μέσα σε έξι χρόνια. 

Η «ανοιχτή πληγή» των Ροχίνγκια

Οι Ροχίνγκια αποτελούν μια εθνοτική ομάδα η οποία είναι διαμοιρασμένη σε μια επαρχία της Μιανμάρ και στα κράτη της Ν.Α. Ασίας που συνορεύουν με αυτή. Το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ότι κατά πλειοψηφία είναι σουννίτες Μουσουλμάνοι με επιρροές από τον σουφισμό, έχουν δική τους γλώσσα και έθιμα καθώς θεωρούνται απόγονοι Αράβων εμπόρων.

Ήδη από τη δεκαετία του ’70 αποτελούν ένα πληθυσμό ο οποίος θεωρείται από τους πλέον καταπιεσμένους στον κόσμο. Στη Μιανμάρ οι Ροχίνγκια αποτέλεσαν πολίτες δεύτερης κατηγορίες για δεκαετίες, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αντιμετωπίζονται ως παράνομοι μετανάστες ή απεσταλμένοι του Μπαγκλαντές για να αλλοιώσουν την πολιτισμική σύνθεση της Μιανμάρ προσηλυτίζοντας μουσουλμάνους και επιτιθέμενοι στον βουδισμό που είναι η επικρατέστερη θρησκεία στη Μιανμάρ. Η θέση των Ροχίνγκια στη βιρμανική κοινωνία δεν μεταβλήθηκε σημαντικά παρ’ όλες τις μεταρρυθμίσεις στην οικονομία. 

Το αποτέλεσμα ήταν να ξεκινήσουν μια σειρά από ένοπλες συγκρούσεις τον Οκτώβριο του 2015, μετά από επιθέσεις ένοπλων αντάρτικων ομάδων Ροχίνγκια σε αστυνομικούς σταθμούς. Η πρώτη αντεπίθεση από την αστυνομία μέσα σε δύο χρόνια αναβαθμίστηκε σε μια μαζικής κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση η οποία από τον ΟΗΕ έχει χαρακτηριστεί ως «πρόθεση για γενοκτονία». 

Ο πόλεμος ενάντια στους Ροχίνγκια γρήγορα αναζωπύρωσε τις ένοπλες συγκρούσεις στη δυτική Μιανμάρ μεταξύ του επίσημου στρατού και της ομοσπονδίας αντάρτικων ομάδων με επικεφαλής την ομάδα Αρακάν. Η κυβέρνηση της Αούνγκ Σαν Σου Τσι, του κόμματος του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία, βρέθηκε μπροστά σε ένα δισεπίλυτο πρόβλημα. Από τη μία θέλησε να προχωρήσει την καταστολή των αποσχιστικών κινημάτων και από την άλλη ενίσχυσε τη δύναμη του στρατού και την επιρροή στα πολιτικά πράγματα της Μιανμάρ, που με κόπο είχε περιορίσει την προηγούμενη δεκαετία. 

Από το Νόμπελ Ειρήνης στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης

Η Αούνγκ Σαν Σου Τσι, πολιτική ηγέτιδα με αρμοδιότητες πρωθυπουργού, υπήρξε σύμβολο ειρήνης για τη Μιανμάρ και διεθνώς, καθώς αφιέρωσε πολλά χρόνια από τη ζωή της στον ακτιβισμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον εκδημοκρατισμό της Μιανμάρ. Έχοντας υπάρξει σε κατ’ οίκον περιορισμό για 15 χρόνια, από το 1989 μέχρι το 2010, και κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης από το 1991, η Αούνγκ Σαν Σου Τσι ήταν η βασική φιγούρα πίσω από την τεράστια εκλογική νίκη του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία το 2015.

Μέχρι το 2019, όπου και παρουσιάστηκε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, απέδειξε ότι δεν αρκούν οι καλές προθέσεις για τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής και τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας. Σε διάστημα μόλις δύο χρόνων από τη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των Ροχίνγκια επιβλήθηκαν κυρώσεις, λογοκρισία και φυλακίσεις σε δημοσιογράφους αλλά και περιορισμός στην πρόσβαση στις τηλεπικοινωνίες στις περιοχές που σημειώνονταν αψιμαχίες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι βρέθηκε να λογοδοτεί στο Διεθνές Δικαστήριο αρνούμενη κατηγορηματικά ότι συνέβαινε εθνοκάθαρση των Ροχίνγκια, απέναντι σε ό,τι ήταν προφανές σε όλη τη διεθνή κοινότητα.

Από τις εκλογές του Νοεμβρίου στο πραξικόπημα

Εκτός από τις σημαντικές υποχωρήσεις σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο, η Αούνγκ Σαν Σου Τσι και το κόμμα του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πανδημία του κορονοϊού. Οι πολιτικές επιλογές να υπάρξουν εσωτερικά lockdowns που στην πράξη απομόνωσαν τις περιοχές που δρούσε ο στρατός και η επέκταση του περιορισμού στις τηλεπικοινωνίες και στην πρωτεύουσα έδωσαν τη δυνατότητα στις κοινότητες των Βιρμανών που ζουν στο εξωτερικό αλλά και σε όσους οργανώνονταν στο εσωτερικό να επικοινωνήσουν έντονα χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στην πράξη, διαμορφώθηκαν δύο κεντρικοί «παίχτες» για την εξουσία: ο ένας είναι η πολιτική εξουσία του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία και ο άλλος ο στρατός. Στη μέση βρέθηκαν οι οργανωμένες βιρμανικές κοινότητες που είχαν να προασπιστούν το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του κράτους τους και τις πολιτικές ελευθερίες που είχαν μόλις κερδίσει. 

Οι εκλογές που έγιναν το Νοέμβριο του 2020 ήταν θεαματικές από την άποψη των εμπλεκόμενων μερών. Από τη μία πλευρά ήταν η διεθνής κοινότητα, η οποία θεωρούσε ότι εγείρονται ζητήματα αξιοπιστίας εφόσον αποκλείονταν οι Ροχίνγκια. Από την άλλη ήταν ο στρατιωτικός ηγέτης –και σημερινός πραξικοπηματίας- Μίνγκ Άουνγκ Χλάινγκ ο οποίος τόνισε με κάθε τρόπο ότι δεν θα αναγνωρίσει το αποτέλεσμα. Επίσης, υπάρχουν ολόκληρες περιοχές οι οποίες αποκλείονται από τα αποτελέσματα επειδή σε αυτές μαίνονται αιματηρές μάχες. 

Στις 9 Νοεμβρίου του 2020 το κόμμα του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία θα ανακοινώσει ότι κέρδισε τις εκλογές με μεγάλη πλειοψηφία και η αντιπολίτευση που στηρίζεται από τον στρατό (Κόμμα Αλληλεγγύης και Ανάπτυξης) ζητά άμεση παρέμβαση του στρατού για να λυθεί το εκλογικό ζήτημα και να ομαλοποιηθεί η κατάσταση εξασφαλίζοντας εκλογές χωρίς νοθεία. 

Στις 13 Ιανουαρίου 2021 το κόμμα του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία θα επιχειρήσει να σχηματίσει κυβέρνηση εθνικής ενότητας και στις 28 Ιανουαρίου θα υπάρξει δημόσια ανακοίνωση της κεντρικής εκλογικής επιτροπής η οποία θα επικυρώσει το εκλογικό αποτέλεσμα ως αξιόπιστο. Έκτοτε, οι εξελίξεις παίρνουν μορφή χιονοστιβάδας, με τον στρατό να εξαγγέλλει αρχικά ότι θα συμμορφωθεί με το Σύνταγμα και στην 1η Φεβρουαρίου να προχωρά σε πραξικόπημα και στην εγκαθίδρυση καθεστώτος έκτακτης ανάγκης για έναν χρόνο. 

Στη συνέχεια αναπτύχθηκε ένα κίνημα  πολιτικής ανυπακοής και μη βίαιης αντίστασης στο πραξικόπημα, το οποίο έχει σημειώσει σημαντική αναγνώριση στο διεθνές επίπεδο, αλλά έχει θρηνήσει και αρκετά θύματα μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Το κίνημα αυτό εμπνέεται από τον πολιτικό ακτιβισμό του παρελθόντος, από τη δύναμη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σήμερα ενώ δέχεται επιρροές από την πρόσφατη αναταραχή στην Ταϊλάνδη και την εκεί αντίσταση.

Ο ρόλος της Κίνας και το άμεσο μέλλον στη Ν.Α. Ασία

Η Μιανμάρ είναι ένα σημαντικό έδαφος για την Κίνα, καθώς εμπλέκεται άμεσα στη σφαίρα επιρροής της μέσα από την πρωτοβουλία «Μία Ζώνη ένας Δρόμος» και όπως είναι σαφές, αυτό που άμεσα ενδιαφέρει την κινέζικη διπλωματία είναι να μην σταματήσουν οι επενδύσεις στη Μιανμάρ, μερικές από τις οποίες δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στους Βιρμανούς, όπως η κατασκευή ενός γιγαντιαίου φράγματος στη Βόρεια Μιανμάρ. Επιπλέον, η Κίνα έχει συμφέρον να στηρίξει τους πραξικοπηματίες για να λειτουργήσουν ως ανάχωμα απέναντι στα σχέδια επέκτασης της τριμερούς συμφωνίας μεταξύ Ινδίας-Μιανμάρ-Ταϊλάνδης, η οποία περιλαμβάνει επίσης σημαντικά έργα υποδομών αλλά και τη δημιουργία Ειδικής Οικονομικής Ζώνης. Ακόμη, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ιαπωνία επιδεικνύουν ιδιαίτερη διεισδυτικότητα στα εσωτερικά ζητήματα της Μιανμάρ, κυρίως επενδύοντας στην πολιτικοποίηση του ζητήματος των προσφυγικών ροών των Ροχίνγκγια.

Ειδικά η Ινδία φαίνεται να ιεραρχεί ψηλά στην πολιτική της την οικονομική συνεργασία με τη Μιανμάρ, στο πλαίσιο της πολιτικής "Δράσε Ανατολικά" (Act East) που έχει εξαγγείλει ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι από το 2014. Καθώς μοιράζεται 1600 χιλιόμετρα συνόρων με τη Μιανμάρ, η Ινδία έχει επενδύσει αρκετά στο διασυνοριακό εμπόριο και την άρση των δασμών μεταξύ των δύο κρατών, καθώς υπολογίζει την τρέχουσα δεκαετία να βρει διάδρομο για την επέκτασή της στις αγορές της Ν.Α. Ασίας.  Επίσης, το τελευταίο διάστημα ο Μόντι επενδύει ολοένα και περισσότερο στις σχέσεις της Ινδίας με την Ένωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) καθώς φαίνεται ότι θέλει να ξαναγράψει το πλαίσιο συνεργασίας του αναδυόμενου οικονομικού γίγαντα της Ινδίας με τις κινέζικες οικονομικές πολιτικές στην περιοχή. Έτσι, η στάση της απέναντι στο πραξικόπημα που χαρακτηρίζεται ευμενώς ουδέτερη, μπορεί να μεταφραστεί μέσα από την προσπάθεια της Ινδίας να ξαναμπεί στη συζήτηση για τη θέση της στη συμφωνία της Ολοκληρωμένης Περιφερειακής Οικονομικής Συνεργασίας (Regional Comprehensive Economic Partnership) των χωρών της Ν.Α. Ασίας, την οποία είχε πρόσφατα απορρίψει. Η συμφωνία της Ολοκληρωμένης Περιφερειακής Οικονομικής Συνεργασίας είναι η μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία αυτή τη στιγμή στον κόσμο και για να καταλάβουμε λίγο τα μεγέθη, αφορά το 29% του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος ενώ σαν Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου θα είναι αθροιστικά μεγαλύτερη από τη συμφωνία ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά και την Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί.

Συμπερασματικά, η μεταβατική στρατιωτική δικτατορία της Μιανμάρ αναπτύσσεται σε μια περίοδο όξυνσης των ανταγωνισμών στην περιφέρεια της Ν.Α. Ασίας μεταξύ των μεγαλύτερων «παιχτών» για την αύξηση των επενδύσεων και την εισδοχή των μικρότερων κρατών στη μία ή την άλλη σφαίρα επιρροής. Δεν είναι μακρινό παρελθόν, για παράδειγμα, η στάση της Κίνας στο Νεπάλ, όπου προσπάθησε να εδραιώσει μια κυβέρνηση εχθρική στα ινδικά συμφέροντα, η οποία θα στηριζόταν περισσότερο στις κινέζικες επενδύσεις. Πάντως όσον αφορά τη Μιανμάρ, για την ώρα, ένα μέρος της οργανωμένης αντίδρασης ενάντια στο πραξικόπημα δίνει ραντεβού για κινητοποιήσεις καθημερινά έξω από την κινέζικη πρεσβεία στην πρωτεύουσα.

Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.