Η Ελλάδα ζητά ευελιξίες για – απολύτως αναγκαία – μέτρα στήριξης πολιτών και επιχειρήσεων από τους ολοένα εντεινόμενους τριγμούς του πολέμου. Οι ευελιξίες αυτές, ωστόσο, όταν έρθουν, θα δώσουν απλά το «δικαίωμα» για δαπάνες, οι οποίες δεν θα μετρήσουν μεν, στους δημοσιονομικούς κανόνες, αλλά θα επιβαρύνουν το (πολύ υψηλό) χρέος. Δηλαδή, και πάλι μετράμε με το… σταγονόμετρο τι λεφτά μπορούμε να μοιράσουμε για τη στήριξη της αγοράς και της κοινωνίας.
Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό πόσο σημαντικό είναι να πάει καλά η οικονομία. Να έρχονται έσοδα στα κρατικά ταμεία (είχαν υστέρηση έναντι του στόχου το πρώτο 2μηνο του 2026, δηλαδή, πριν ξεσπάσει η κρίση), αλλά και να νοικοκυρεύουμε συνεχώς τις κρατικές δαπάνες με διαφάνεια στο τι και πώς ξοδεύεται.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι πολύ θετική κίνηση το νέο εργαλείο του υπουργείου Εσωτερικών deiktestora.gov.gr που καταγράφει με τρόπο διάφανο, αλλά και επεξεργάσιμο την κατάσταση κάθε Δήμου της χώρας σε διάφορους τομείς, καλύπτοντας διεξοδικά και το οικονομικό πεδίο. Είναι μία καλή αρχή το εν λόγω εργαλείο, γιατί ανταποκρίθηκαν πλήρως ή μερικώς 313 δήμοι (94,3% επί του συνόλου), και το αρμόδιο υπουργείο Εσωτερικών επιχειρεί πλέον τη βελτίωση των στοιχείων.
Έχουν ενδιαφέρον, λοιπόν, τα στοιχεία που αποτυπώνονται αλλά και αυτά που δεν είναι ακόμη «ορατά». Καθιστώντας τους Δήμους ως ένα case study του τι συμβαίνει και το μπορεί να γίνει με τις δοσοληψίες του λεγόμενου «ευρύτερου» Δημοσίου.
Ένα στοιχείο οικονομικής διαφάνειας γενικά για την κρατική μηχανή είναι το πόσο παράγονται ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ιδιώτες. Οι Δήμοι λοιπόν δηλώνουν στην εν λόγω πλατφόρμα για το έτος 2024 «φέσια» προς ιδιώτες αξίας 168 εκατ. ευρώ. Ωστόσο σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΥΠΕΘΟΟ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές τους ήταν πολύ υψηλότερες το τέλος του 2024: στα 231 εκατ. ευρώ. Ήταν, μάλιστα, αυξημένες σημαντικά (από 149 εκατ. ευρώ το 2023, 93 εκατ. ευρώ το 2022 και 240 εκατ. ευρώ το μακρινό 2017). Με άλλα λόγια, τα στοιχεία του ΥΠΕΘΟΟ δείχνουν πως τα «φέσια» που είχαν «μαζευτεί» τα προηγούμενα χρόνια, ξεχειλώνουν ξανά.

Όσο για τη διαφορά στο ύψος των οφειλών (μεταξύ των στοιχείων των Δήμων και του ΥΠΕΘΟΟ), μπορεί να συνδέεται και με το γεγονός πως στους πίνακες της πλατφόρμας του ΥΠΕΣ, η τελευταία χρήση με ισολογισμό είναι το 2023 (στην περίπτωση 115 Δήμων). Οι υπόλοιποι καταγράφονται με ισολογισμό παλαιότερων ετών (ακόμη και του 2014) ή χωρίς καν ισολογισμό (!).
Να δούμε και κάποια άλλα στοιχεία της πλατφόρμας: οι Δήμοι δαπάνησαν 2,18 διs. ευρώ το 2024 και εισέπραξαν έσοδα 940 εκατ. ευρώ, με ποσοστό εισπραξιμότητας, ωστόσο 44,2% κατά μέσο όρο και τεράστιες αποκλίσεις στην απόδοσή τους. Τα έσοδα προκύπτουν από την επιβολή τελών καθαριότητας και φωτισμού, του τέλους ακίνητης περιουσίας, του φόρου ηλεκτροδοτούμενων χώρων, των τελών επί ακαθαρίστων εσόδων επιτηδευματιών και των λοιπών δημοτικών τελών, φόρων και ιδίων εσόδων των δήμων.
Ανέθεσαν επίσης συμβάσεις 646,88 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων το 89,4% σε αριθμό ήταν απευθείας (ή το 29,5% σε αξία). Η μέση αξία συμβάσεων με απευθείας ανάθεση είναι 10.000 ευρώ.

Υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία στην πλατφόρμα ανά Δήμο και το «ψάξιμο» ανά πεδίο δείχνει πως το «χάσμα» επιδόσεων είναι πολύ μεγάλο. Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, πως χαμηλές επιδόσεις δεν έχουν μόνο Δήμοι σε περιοχές δύσκολες ή με ειδικά προβλήματα, αλλά και οντότητες που είναι σε μητροπολιτικά κέντα ή σε τουριστικούς προορισμούς.
Οι Δήμοι διαχειρίζονται ένα μικρό μέρος των συνολικών δημοσίων δαπανών άνω των 110 δισ. ευρώ που διαθέτει ετησίως το «κράτος». Ωστόσο, η διαφάνεια που δίδεται στα οικονομικά τους δίνει μία ευκαιρία για να αναλογισθούμε, τώρα που μπαίνουμε σε νέα κρίση, τι καλό που κάνει αυτή η «ορατότητα», αλλά και πώς θα ήμασταν πιο θωρακισμένοι με μεγαλύτερη εισπραξιμότητα εσόδων και καλύτερο «νοικοκύρεμα» στο «ευρύ» Δημόσιο. Ας φροντίσουμε, λοιπόν, έστω και τώρα. Για να έχουμε…













