Μία νέα ανάλυση για τον αντίκτυπο του Ταμείου Ανάκαμψης στα τρία πιο «ευνοημένα» κράτη (στην Ιταλία, στην Ισπανία και στην Ελλάδα), δημοσίευσε η Κομισιόν. Δείχνει τα οφέλη σε όρους ΑΕΠ, παραγωγικότητας και επενδύσεων, αλλά και το «φρένο» που παρατηρείται στην απασχόληση το τελευταίο διάστημα και το χάσμα που μας χωρίζει ακόμη από τις επιδόσεις πριν τη κρίση του 2010.
Συνολικά, η απόδοση της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας την μετά Covid εποχή αποτυπώνει τον θετικό μακροοικονομικό αντίκτυπο του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF), αναφέρει η Κομισιόν. Ο αντίκτυπος είναι ορατός στο ΑΕΠ και ισχυρότερος στην απασχόληση και ιδιαίτερα στις επενδύσεις, αλλά η εικόνα ποικίλλει μεταξύ των χωρών. Στην Ιταλία, τα στοιχεία δείχνουν ιδιαίτερα ισχυρότερες επενδύσεις και εμβάθυνση κεφαλαίου. Στην Ισπανία, η εργασία έχει τη μεγαλύτερη συμβολή στη δυνητική ανάπτυξη και η συνολική παραγωγικότητα βελτιώνεται επίσης.
Στην Ελλάδα, το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η ευρεία κάλυψη της (μεγάλης) υστέρησης που προϋπήρχε: το ΑΕΠ επιταχύνεται ανεβαίνοντας σε επίπεδα υψηλότερα από αυτά που είχε πριν από την πανδημία, οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί απότομα (αλλά και αυτές από μια χαμηλή βάση) και η συμβολή της συνολικής παραγωγικότητας είναι ισχυρή.
«Η πρόκληση τώρα είναι να διατηρηθεί η δυναμική και να διατηρηθεί η μεταρρυθμιστική προσπάθεια, έτσι ώστε αυτά τα κέρδη να μεταφραστούν σε διαρκείς βελτιώσεις της παραγωγικότητας» αναφέρει η μελέτη που έγινε για λογαριασμό της Κομισιόν με τίτλο «The macroeconomic impact of the Recovery and Resilience Facility: An analysis for Italy, Spain, and Greece», εκπονηθείσα από τον Dino Pinelli.
Το Ταμείο Ανάκαμψης (που τώρα τελειώνει) ξεκίνησε το 2021 για να αντιμετωπίσει την πανδημία και μετά την ενεργειακή κρίση. Το σχέδιο της Ελλάδας, που ανέρχεται σε αξία στο 16% του ΑΕΠ, με το 8,1% να είναι επιχορηγήσεις, ξεχωρίζει, όπως αναφέρεται, «για τη μεγάλη δανειακή διευκόλυνση που αποσκοπεί στην κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων με ευρείες μεταρρυθμίσεις στην εργασία, στη δημόσια διοίκηση και στη δικαιοσύνη».
Μετρά τι έγινε στην Ελλάδα και τι συνέβη κατά μέσο όρο στα κράτη που έλαβαν μικρό ποσό από το RRF, κάτω από 1,5% του ΑΕΠ (και τα πήγαν χειρότερα σε ανάπτυξη).
Εξηγεί επίσης πως παίζουν και άλλα πράγματα ρόλο, ειδικά στην Ελλάδα, στην οποία η κρίση που προηγήθηκε «προκάλεσε ιδιαίτερα βαθιές και εκτεταμένες αλλαγές». Με τη λέξη «αλλαγές» το κείμενο εννοεί τις μεταρρυθμίσεις που δρομολογήθηκαν και συνδράμουν στην ανάπτυξη αλλά υπάρχει και η άλλη «όψη»: η εξαέρωση ΑΕΠ, απασχόλησης και επενδύσεων. Δηλαδή, η άνοδος από «χαμηλή» βάση είναι πιο εύκολη. Τα ποσοστά ανόδου είναι μεγαλύτερα αλλά η «μεγάλη εικόνα» του που ήμασταν το 2007 και που είμαστε τώρα δείχνουν πως έχουμε ακόμη πολύ δρόμο…
Πραγματικό ΑΕΠ σε Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα σε σύγκριση με την πορεία των κρατών με λίγα κονδύλια από το RRF (2019=100)

ΑΕΠ
Το πραγματικό ΑΕΠ κατά την περίοδο μετά την Covid αυξήθηκε πιο έντονα στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία από ό,τι στην ομάδα των κρατών που πήραν κονδύλια κάτω του 1,5% του ΑΕΠ. Μέχρι το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ έγινε 10,8% υψηλότερο από τα επίπεδα του 2019 στην Ελλάδα, επίδοση που είναι η καλύτερη μεταξύ των «3» ευνοημένων. Τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ωστόσο και πόσο δρόμο πρέπει να διανύσει η χώρα για επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα…
Αγορά εργασίας
Η αύξηση της απασχόλησης (μετρούμενη σε ώρες εργασίας) ήταν πολύ ισχυρότερη στις τρεις χώρες από ό,τι στα κράτη με λίγα κονδύλια. Το 2025, οι ώρες εργασίας ήταν 8,1%, 7,4% και 7,5% υψηλότερες από τα επίπεδα του 2019 στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα αντίστοιχα. Ωστόσο «τα τελευταία στοιχεία δείχνουν κάποια επιβράδυνση στην Ελλάδα» στο συγκεκριμένο πεδίο, όπως ανφέρεται.
Συνολικές και ιδιωτικές επενδύσεις (% του ΑΕΠ) σε Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα σε σύγκριση με την πορεία των κρατών με λίγα κονδύλια από το RRF (2019=100)

Επενδύσεις
Οι συνολικές επενδύσεις, ως ποσοστό του ΑΕΠ, αυξήθηκαν στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα κατά 3,7%, 0,3% και 5,9% του ΑΕΠ, αντίστοιχα. «Η Ελλάδα καλύπτει γρήγορα την υστέρηση, αν και από ένα χαμηλό επίπεδο» αναφέρεται. Και εδώ γίνεται φανερό πόσο ακόμη δρόμο πρέπει να διανύσει η ελληνική αγορά για να καλυφθεί το κενό που προκλήθηκε από τη δημοσιονομική κρίση και την αποεπένδυση δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.
Η επόμενη ημέρα
Από τα 16,7 δισ. ευρώ επενδυτικού πακέτου φέτος «προσγειωνόμαστε» με το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης σε ένα ποσό της τάξης των 10,6 δισ. ευρώ το 2027 (από ΕΣΠΑ, ΚΑΠ, κλιματικά ταμεία και ενισχυμένο εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης που όμως καλύπτει ο κρατικός προϋπολογισμός). Επιπλέον, το «μέλλον» και αυτών των κονδυλίων που θα απομείνουν κρύβει δυσκολίες όταν θα έρθει η επόμενη προγραμματική περίοδος της ΕΕ, λόγω των πιέσεων του «Βορρά» για περικοπές.
Άρα έχουν σημασία και τα τελευταία «μίλια» της προσπάθειας για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης (τα οποία τώρα διανύουμε), αλλά και η συνέχεια. Για να διατηρηθεί η δυναμική και να συγκλίνουν επενδύσεις και ΑΕΠ.



