Αν υπήρξε ένα καλό από την επιβολή των capital controls αυτό δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο από την αναγκαστική προσαρμογή μας στα νέα δεδομένα και στη χρήση του «πλαστικού» χρήματος. Ειδικά τις πρώτες εβδομάδες που το όριο των αναλήψεων ήταν στα 60 ευρώ η χρήση πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας από τους Έλληνες αυξήθηκε ραγδαία.

Χαρακτηριστική εικόνα δίνουν τα στοιχεία της Cardlink: Στα βενζινάδικα όπως και στα εστιατόρια η χρήση «πλαστικού» χρήματος το διάστημα Ιουλίου-Νοεμβρίου αυξήθηκε κατά 200% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του έτους. Εντυπωσιακή αύξηση της τάξης του 150% σημειώθηκε και στην αγορά τροφίμων και supermarket.

Η αλλαγή αυτή των καταναλωτικών μας συνηθειών έχει έναν φανατικό οπαδό, τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομίας Τρύφωνα Αλεξιάδη. Ο υπεύθυνος για τη φορολογική πολιτική υπουργός δεν έχει κρύψει ποτέ ότι θεωρεί πως η αύξηση της χρήσης του πλαστικού χρήματος θα μειώσει την παραοικονομία και τη φοροδιαφυγή. Πάντως, αυτό που σημειώνουν τραπεζικά στελέχη είναι πως οι θεαματικές αυξήσεις στη χρήση πλαστικού χρήματος δεν εξαπλώθηκαν σε τομείς που ανθεί η φοροδιαφυγή όπως συνεργεία και στους ελεύθερους επαγγελματίες παροχής υπηρεσιών.

Ο κ. Αλεξιάδης έχει προαναγγείλει κατά καιρούς διάφορους τρόπους με τους οποίους θα δοθούν κίνητρα για τη χρήση πιστωτικών και χρεωστικών καρτών στις συναλλαγές με ποιο πρόσφατο παράδειγμα τις δηλώσεις για «χτίσιμο» του αφορολόγητου μόνο με συναλλαγές αυτού του είδους. Παλιότερα είχε εξαγγείλει για τους επαγγελματίες και την θέσπιση «ακατάσχετου» λογαριασμών συνδεμένων με το τερματικό μηχάνημα καρτών.

Η αλήθεια είναι ότι η  χρήση των πιστωτικών καρτών έχει πολλά πλεονεκτήματα. Μπορεί να μειώσει το «μαύρο» χρήμα και την παραοικονομία, αυξάνοντας παράλληλα και τα φορολογικά έσοδα. Αν μάλιστα κάποιος συνηθίσει την κάρτα, τα μετρητά του φαίνονται πολύ… ενοχλητικά.

Όμως, η στροφή αυτή στο πλαστικό χρήμα δεν μπορεί να γίνει με την μορφή ποινών ή αναγκαστικών μέτρων. Θα χρειαστεί να δοθούν κίνητρα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Στους καταναλωτές για να χρησιμοποιούν την κάρτα, στους επαγγελματίες για να την δέχονται αλλά και στις τράπεζες που θα πρέπει να ρίξουν τις προμήθειες τους. Ειδικά αυτό το τελευταίο αποτελεί βασικό σημείο για την μαζική χρήση των πιστωτικών.

Οι συναλλαγές με πλαστικό χρήμα είναι αρκετά ακριβές για τους επαγγελματίες. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το Επαγγελματικό Επιμελητήριο της Αθήνας σχετικά με τις χρεώσεις για τη χρήση των POS το 40% των επιχειρήσεων προμηθεύθηκε τα μηχανάκια POS το 2015. Το 64,7% των επιχειρήσεων επιβαρύνεται με προμήθεια 1 έως 2,5%, ενώ το 9,8% πληρώνει προμήθεια από 3% και άνω. Προμήθεια 0,5% έως 1% επί κάθε συναλλαγής πληρώνει μόλις το 25,5% των επιχειρήσεων. Στα έξοδα προστίθεται βέβαια και η απόκτηση του μηχανήματος.

Σε ότι αφορά τους καταναλωτές το χτίσιμο του αφορολόγητου μπορεί να αποτελέσει το «μαστίγιο» αλλά δεν θα πρέπει να λείψει και το «καρότο». Μερικοί τρόποι επιβράβευσης της χρήσης της πιστωτικής κάρτας έχουν ακουστεί από πηγές του οικονομικού επιτελείου. Μεταξύ αυτών η επιστροφή κάποιων μετρητών και λοταρία ανάλογα με τις συναλλαγές.

Αν πράγματι το οικονομικό επιτελείο θέλει να αυξήσει τη χρήση του πλαστικού χρήματος θα πρέπει να κάνει προσεχτικά βήματα και να σχεδιάσει τα μέτρα χωρίς να προκαλέσει πολλές αναταράξεις.

Σε αντίθετη περίπτωση μπορεί και αυτό το σχέδιο να καταλήξει στο παραγεμισμένο συρτάρι που σίγουρα υπάρχει κάπου στο υπουργείο Οικονομικών με όλες τις καλές ιδέες που είχαν όμως πολύ κακή υλοποίηση.