Τη σημασία της επαναλειτουργίας του λιανεμπορίου τον Δεκέμβριο καθώς «η απώλεια του εορταστικού τζίρου θα ισοδυναμούσε με καταστροφή» τονίζει σε συνέντευξή του στο insider.gr o πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Γιώργος Καρανίκας.

Ο κ. Καρανίκας επισημαίνει πως η κατάσταση πολλών μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι οριακή και υπογραμμίζει την ανάγκη να ληφθούν νέα μέτρα ανακούφισης και στήριξης για να μην υπάρξουν λουκέτα στην αγορά και μείωση θέσεων εργασίας.  Σημειώνει ταυτόχρονα πως χρειάζεται μία νέα αναπροσαρμογή των μέτρων σε δύο κατευθύνσεις, στο ασφαλιστικό – φορολογικό πεδίο καθώς και «πιο ισχυρά εμβόλια ρευστότητας».

Εκφράζει τέλος την ικανοποίησή του για την απόφαση του υπουργείου Ανάπτυξης να μπει «φρένο» στην πώληση διαρκών  προϊόντων, όπως ενδυμάτων και υποδημάτων, από τα σούπερ μάρκετ την περίοδο του lockdown.

Αναλυτικά η συνέντευξη:

Χαρακτηρίσατε «ηθική και ουσιαστική δικαίωση των μικρομεσαίων εμπόρων» την πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Ανάπτυξης, κατόπιν του αιτήματος της ΕΣΕΕ, να μπει φρένο στην πώληση διαρκών αγαθών από τα σούπερ μάρκετ κατά τη διάρκεια του lockdown. Εκτιμάτε ότι μετά την απόφαση αυτή, τα εμπορικά καταστήματα θα επαναλειτουργήσουν υπό καλύτερες συνθήκες σε σχέση με την περίοδο μετά το προηγούμενο lockdown;

Η απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης απέδειξε ότι ο διάλογος της κυβέρνησης με τους φορείς της αγοράς είναι πολύτιμος, ιδιαίτερα στις ακραίες καταστάσεις που βιώνουμε εν μέσω lockdown. Το αίτημα της ΕΣΕΕ έγινε δεκτό διότι εδραζόταν στη λογική και τη δικαιοσύνη. Υπερασπιστήκαμε όχι μόνον το στενό κλαδικό συμφέρον του εμπορίου, αλλά κυρίως τον υγιή ανταγωνισμό, δηλαδή τα πραγματικά συμφέροντα του συνόλου της αγοράς, των καταναλωτών και της ελληνικής οικονομίας.

Μιλήσαμε για ηθική δικαίωση γιατί, αν μη τι άλλο, η ικανοποίηση του αιτήματος αποτελεί μία ένεση ψυχολογίας για τη δύσκολη συνέχεια που αντιμετωπίζουμε. Αλλά και πρακτικά αναμένουμε ότι η εξέλιξη θα μας δικαιώσει στο άμεσο μέλλον, μιας και οι καταναλωτές που τώρα θα χρειαστεί να περιμένουν για να κάνουν τις αγορές τους μετά τις 30 Νοεμβρίου - για παράδειγμα σε ρούχα και υποδήματα - στην πλειονότητά τους πιστεύουμε ότι θα στραφούν αντί για τα σουπερμάρκετ και τις υπεραγορές τροφίμων στα εμπορικά καταστήματα της γειτονιάς τους. Με αυτό τον τρόπο, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του 2ο lockdown, δεν θα υπονομευθεί αδικαιολόγητα από αθέμιτο ανταγωνισμό ο αγώνας επιβίωσης των μικρομεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων και διατήρησης των θέσεων εργασίας σε αυτές.

Πόσο πιστεύετε ότι θα «κοστίσει» στο λιανεμπόριο το δεύτερο lockdown, συγκριτικά και με το πρώτο, συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι βρισκόμαστε εν μέσω των ενδιάμεσων εκπτώσεων και με τη Black Friday να διεξάγεται φέτος με κλειστά καταστήματα;

Μετά το πρώτο lockdown η αγορά επανήλθε σε ένα επίπεδο αρκετά χαμηλότερο από αυτό του τέλους του Φεβρουαρίου 2020, και σε αυτό παρέμεινε, με μικρές διακυμάνσεις ως και τον Οκτώβριο. Οι προσδοκίες των εμπόρων, όπως καταγράφηκαν από το ΙΝ.ΕΜ.Υ – ΕΣΕΕ, ήδη από το τέλος Αυγούστου ήταν απογοητευτικές, αφού η εκτίμηση των συναδέλφων για ετήσια μείωση τζίρου έφθανε το 50%. Εξέφραζαν μάλιστα την άποψη ότι το δεύτερο εξάμηνο θα είναι χειρότερο.

Όπως καταλαβαίνετε, μετά από ένα δεύτερο lockdown, με «χαμένες» τις ενδιάμεσες εκπτώσεις και τον τζίρο της Black Friday περιορισμένο στις ηλεκτρονικές πωλήσεις, θα έχουμε νέα επιδείνωση της κατάστασης. Ο Δεκέμβριος είναι πάντα ένας καθοριστικός μήνας, οπότε «ταμείο» θα κάνουμε στο τέλος του χρόνου με την ελπίδα να έχουμε ως τότε θετικές ανατροπές.

Λαμβάνοντας υπόψη το καλό σενάριο, εάν τα καταστήματα ανοίξουν στις αρχές του μήνα, ενόψει των Χριστουγέννων θεωρείτε ότι μπορούν να υπάρξουν προϋποθέσεις ώστε να πάρει μία «ανάσα» ο εμπορικός κόσμος;

Αν υποθέσουμε ότι, Θεού θέλοντος και κορoνοιού επιτρέποντος, τα καταστήματα όντως θα ανοίξουν την 1η Δεκεμβρίου, θα πρέπει να δούμε υπό ποιες προϋποθέσεις θα συμβεί αυτό. Δυστυχώς, έχουμε πολλούς λόγους να αγωνιούμε, καθώς η αγοραστική κίνηση στα εμπορικά καταστήματα μετά το lockdown θα προσδιοριστεί κατά κύριο λόγο από τα επιδημιολογικά δεδομένα της πανδημίας, από την ψυχολογία των καταναλωτών και τα τυχόν περιοριστικά μέτρα που θα εξακολουθήσουν τότε να ισχύουν, καθώς και από το διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα των νοικοκυριών.

Δεν αυταπατώμεθα ότι από τη μία μέρα στην άλλη θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα. Προσδοκούμε όμως σε μία σταδιακή επαναφορά της αγοραστικής ροής στα προ – lockdown επίπεδα, που θα επιτρέπει στο κοινό να κάνει με ασφάλεια τις αγορές του. Αν τα καταφέρουμε θα είναι πράγματι μία ανάσα για τον εμπορικό κόσμο, γιατί η απώλεια του εορταστικού τζίρου θα ισοδυναμούσε με καταστροφή.

Υπάρχουν στοιχεία για επιχειρήσεις που ανέστειλαν τη λειτουργία τους τους προηγούμενους μήνες; Ανησυχείτε για «λουκέτα» το επόμενο διάστημα;

Η κατάσταση πολλών επιχειρήσεων είναι οριακή. Το γεγονός ότι άντεξαν στο πρώτο κύμα της πανδημίας οφείλεται εν πολλοίς στις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν για την ελληνική οικονομία από το άνοιγμα του τουρισμού, που όμως εντέλει δεν είχε την δυναμική που θέλαμε. Όσο κι αν είναι θετικές οι τελευταίες εξελίξεις για το εμβόλιο, ο κορoνοιός θα εξακολουθεί να είναι ο καθοριστικός παράγοντας του τζίρου στην αγορά, τουλάχιστον έως την ερχόμενη Άνοιξη.

Ακόμη και στο θετικό σενάριο, που θα δούμε στην Ελλάδα σχετικά σύντομα τριψήφιο αριθμό κρουσμάτων και την παγκόσμια κοινότητα να προχωρά γρήγορα στην παρασκευή του εμβολίου, οι μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις θα χρειαστούν οπωσδήποτε νέα μέτρα ανακούφισης και στήριξης για να μην κλείσουν οριστικά ή υποχρεωθούν να μειώσουν τις θέσεις εργασίας.

Γενικότερα τα οικονομικά μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση θεωρείτε ότι είναι προς τη σωστή κατεύθυνση ώστε να στηριχθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Προς ποια κατεύθυνση θα θέλατε περαιτέρω ενίσχυση;

Σε γενικές γραμμές η κυβέρνηση κάνει και τώρα χρήση του ίδιου «οπλοστασίου» μέτρων το οποίο, στην πρώτη φάση του πολέμου ενάντια στην πανδημία, είχε συγκρατήσει σε ένα βαθμό τις απώλειες στην αγορά. Τόσο οι αναστολές φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, το Πρόγραμμα Συνεργασία και κυρίως η Επιστρεπτέα Προκαταβολή έδωσαν παράταση ζωής στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όμως, η βασική διαφορά του Δεκεμβρίου με τον Μάιο είναι πως το δεύτερο lockdown άνοιξε πολύ σύντομα μέσα στο ίδιο έτος ένα νέο κύκλο αβεβαιότητας και συσσώρευσης υποχρεώσεων στις εμπορικές επιχειρήσεις, ακυρώνοντας τις αμυδρές ελπίδες ανάκαμψης που διατηρούσαν για το φθινόπωρο.

Οπότε, άποψή μας είναι πως χρειάζεται μία νέα αναπροσαρμογή των μέτρων σε δύο κατευθύνσεις. Πρώτον στο ασφαλιστικό – φορολογικό πεδίο θα απαιτηθεί να «απλωθούν» περισσότερο χρονικά τόσο οι υποχρεώσεις που έρχονται από το παρελθόν, όσο και αυτές που δημιουργήθηκαν στην πανδημία. Το θέσαμε και αυτή την εβδομάδα με επιστολή μας στο Υπουργείο Εργασίας για τις εισφορές των ασφαλισμένων του τ.ΟΑΕΕ. Θα πρέπει και οι εκκαθαρισμένες οφειλές εισφορών των εμπόρων και ελεύθερων επαγγελματιών που η πληρωμή τους είχε προγραμματισθεί από πέρυσι για φέτος στις 30 Νοεμβρίου, να μετατεθούν χρονικά μαζί με τις τρέχουσες και τις δόσεις των ρυθμίσεων. Δεύτερον, ζητούμε άμεσα πιο ισχυρά «εμβόλια ρευστότητας», με στόχευση στους πραγματικά πληττόμενους επιχειρηματίες, δηλαδή με βάση την μείωση του τζίρου τους.

Πώς βλέπετε την επόμενη μέρα για το λιανεμπόριο; Πόσο έτοιμες εκτιμάτε ότι είναι οι μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις για να ανταποκριθούν στις νέες καταναλωτικές συμπεριφορές;

Το λιανεμπόριο είναι μια αγορά πολλών ταχυτήτων, όπου θα ο ανταγωνισμός θα επικεντρωθεί τα επόμενα χρόνια στη ψηφιακή αγορά και στο e-commerce. Αρκετές μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις στράφηκαν λόγω της πανδημίας στο ηλεκτρονικό εμπόριο, ακόμη όμως και σήμερα δεν ξεπερνούν το 20% στο σύνολο της αγοράς. Για να σταθεί επάξια σε αυτό το στίβο μία μικρή ή μεσαία επιχείρηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις σοβαρές υστερήσεις που παρουσιάζει σήμερα στις ψηφιακές δεξιότητες, στην αποθεματοποίηση προϊόντων, στα logistics, στο branding και στο internet marketing.

Το ψηφιακό χάσμα με τις ισχυρές πολυεθνικές και εγχώριες επιχειρήσεις είναι σήμερα μεγάλο και υπάρχει κίνδυνος να μεγαλώσει περαιτέρω. Θα χρειαστούν σύγχρονα επιδοτούμενα προγράμματα ψηφιοποίησης επιχειρήσεων και ψηφιακής κατάρτισης των ιδιοκτητών και των εργαζομένων σε αυτές. Σε αυτή την κατεύθυνση, θα αποδειχθούν όπως φαίνεται καθοριστικά τα κονδύλια του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, όπως και του ΕΣΠΑ.