«Μιλώντας στους συνέδρους του ΣΥΡΙΖΑ και προκειμένου να τονώσει το αγωνιστικό τους φρόνημα, ο κ. Τσίπρας ισχυρίστηκε ότι “η Ελληνική οικονομία μπαίνει πλέον στη φάση της ανάκαμψης” και ότι “αρκεί πλέον ένα νεύμα στους ξένους επενδυτές” προκειμένου οι τελευταίοι να επενδύσουν στην Ελλάδα, αναφέρει στο insider.gr o κ. Κωνσταντίνος Δέδες, δικηγόρος και μέλος του Τομέα Ανάπτυξης της Νέας Δημοκρατίας.

Και προσθέτει πως «η αλήθεια είναι ότι η χώρα μας παρουσιάζει μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες. Όλοι το γνωρίζουν άλλωστε, ότι οι κρίσεις είναι αυτές που δημιουργούν τις μεγαλύτερες και πιο προσοδοφόρες ευκαιρίες. Αρκεί όμως αυτό για να μπει η Ελλάδα στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη; Προφανώς όχι.

Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι του εξωτερικού παρουσιάζουν την τάση να μην συμπεριλαμβάνουν την Ελλάδα στα επενδυτικά τους σχέδια, καθώς η καθυστέρηση των αναγκαίων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και το εχθρικό ρυθμιστικό και φορολογικό περιβάλλον δεν καθιστούν φιλικό το περιβάλλον για επενδύσεις και κρατούν καθηλωμένη την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Ενδεικτική της στασιμότητας στον τομέα των επενδύσεων, είναι η υποχώρηση της  Ελλάδας στην τελευταία θέση της κατάταξης (40η) ως προς την ελκυστικότητα επενδύσεων σε ΑΠΕ στο Δείκτη Ελκυστικότητας Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Renewable Energy Country Attractiveness Index).

Βέβαια, ούτε όσον αφορά τη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, τα πηγαίνει καλά η χώρα μας, καθώς καταλαμβάνει την 86η θέση μεταξύ 138 χωρών, στην κατάταξη ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF).

Η πορεία της Ελλάδας στον παγκόσμιο χάρτη ανταγωνιστικότητας είναι καθοδική καθώς την περίοδο 2014 - 2015 κατείχε την 81η θέση μεταξύ 144 χωρών στο Global Competitiveness Report.

Τα στοιχεία είναι απογοητευτικά για την Ελλάδα, η οποία καταγράφει παρόμοιες επιδόσεις με τη Ναμίμπια (84η) και την Ουκρανία (85η), πετυχαίνοντας ελαφρά χειρότερη βαθμολογία από αυτές, ενώ βρίσκεται λίγο πιο ψηλά σε σχέση με την Αλγερία (στην 87η θέση) και την Ονδούρα (στην 88η).

Θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι η υποχώρηση κατά πέντε θέσεις σε σχέση με την περυσινή κατάταξη δεν είναι άσχετη με την επιβολή των capital controls και με το πλήγμα που υπέστη το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς και με την ανάγκη που προέκυψε για την επιβολή πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων.

 Μάλιστα, η Ελλάδα παρά την ύπαρξη υποδομών και ανθρώπινου δυναμικού με υψηλή μόρφωση και πλούσια κατάρτιση, θα πρέπει να διανύσει μακρύ δρόμο για να προσεγγίσει υψηλές επιδόσεις στην ανταγωνιστικότητα, καθώς η προβληματική οικονομία λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας. Επιπρόσθετα, η αστάθεια των πολιτικών που εφαρμόζονται, oι φορολογικοί συντελεστές, η αναποτελεσματική γραφειοκρατία, η αδυναμία πρόσβασης σε χρηματοδότηση και το φορολογικό πλαίσιο, λειτουργούν ανασταλτικά όχι μόνο για την προσέλκυση επενδύσεων στην Ελλάδα, αλλά και για τη διατήρηση των ταλέντων εντός των ελληνικών συνόρων.

Συμπερασματικά, αυτό που προκύπτει από τα παραπάνω δεδομένα είναι ότι η οριακή βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών που επιτυγχάνεται με την ακραία υπερφορολόγηση δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί η σημερινή επενδυτική άπνοια. Χρειάζεται συγκροτημένο σχέδιο,  αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας και πίστη σε σοβαρές μεταρρυθμίσεις για να αλλάξει άρδην η εικόνα της χώρας και η πορεία της οικονομίας».