Μεγάλη κουβέντα έχει γίνει τον τελευταίο καιρό για το θέμα του ωραρίου σε εστιατόρια και μπαρ και κατά πόσον η λειτουργία τους έως τις 12 τα μεσάνυχτα βοηθάει στον περιορισμό της εξάπλωσης του κορονοϊού.

«Δεν κολλάει ο κορονοϊός πριν από τις 12;» είναι το βασικό επιχείρημα όσων διαφωνούν με το εν λόγω μέτρο. Οι ειδικοί εισηγούνται, η πολιτεία αποφασίζει, τα μέτρα τίθενται σε ισχύ και στο τέλος όλοι και όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Εκείνο που ξεχνάμε και στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως και σε άλλες αντίστοιχες είναι ότι για ακόμη μια φορά «μαζί με τα ξερά, καίγονται και τα χλωρά».

Ακούμε καθημερινά για ελέγχους και για πρόστιμα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις που παρανομούν αλλά κακά τα ψέματα, το βλέπουμε στην καθημερινότητά μας, αρκετοί καταφέρνουν να ξεφεύγουν, συνεχίζοντας να αγνοούν τις υποδείξεις των ειδικών.

Επιβραβεύεται ο καλός επαγγελματίας;

Τι γίνεται όμως με τις επιχειρήσεις εκείνες που από την αρχή σεβάστηκαν τα μέτρα και τελικά αναπόφευκτα «μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι» με εκείνους που δεν τα τήρησαν ποτέ; Ποιος «επιβραβεύει» τελικά τον επιχειρηματία που από την πρώτη μέρα μέχρι σήμερα, τήρησε τις αποστάσεις στα τραπέζια, απολυμαίνει συνέχεια τους χώρους και ζητά από το προσωπικό να φοράει συνεχώς και κανονικά τη μάσκα;

Εμείς ως καταναλωτές δεν τη βλέπουμε τη διαφορά; Τα καταστήματα που έβαλαν επιπλέον τραπέζια στις πλατείες όπως προβλεπόταν αλλά παράλληλα στρίμωξαν περισσότερο και τα ήδη υπάρχοντα για να εξασφαλίσουν κι άλλους πελάτες. Ή εκείνα στα οποία ο σερβιτόρος «χαλαρώνει» τη μάσκα κάτω από τη μύτη ή στο πηγούνι ενώ σερβίρει ποτά. 

Πήγαμε όμως και σε καταστήματα που τα τραπέζια ήταν τοποθετημένα στις προβλεπόμενες αποστάσεις με ακρίβεια χιλιοστού. Εκεί που σερβιτόροι επί 8 και 10 ώρες όσο δύσκολο κι ήταν, φορούσαν μάσκα κάθε στιγμή που πλησίαζαν τους πελάτες και καθάριζαν σχολαστικά τα τραπέζια όταν άλλαζε η παρέα που καθόταν.

Αν μιλήσουμε με αριθμούς, η πτώση του τζίρου στην εστίαση αγγίζει μετά την άρση του lockdown το 60% και η κατάσταση στον κλάδο τους επόμενους μήνες προβλέπεται δραματική. Στους αριθμούς ωστόσο δεν αποτυπώνεται η διαφορά του καλού επαγγελματία με εκείνον που βρίσκει την ευκαιρία για να «ξεγελάσει».

Ο «σωστός», ο τυπικός,  αυτός που ακολουθεί τους κανόνες βρίσκεται τελικά στην ίδια δυσάρεστη θέση με εκείνον που αγνοεί τις υποδείξεις και δεν σέβεται τους πελάτες του και την κοινωνία γενικότερα. Και στην προκειμένη περίπτωση, τελικά, κατεβάζουν κι οι δύο τα ρολά στις 12 τα μεσάνυχτα. 

Εάν λοιπόν οι έλεγχοι δεν είναι αρκετοί, ή η πολιτεία δεν μεριμνά ώστε να επιβραβεύσει τους καλούς επαγγελματίες, ας φροντίσουμε εμείς από την πλευρά μας να τους δώσουμε «ψήφο εμπιστοσύνης», στηρίζοντας έμπρακτα όσους μας σέβονται ως καταναλωτές.