Κάθε πολεμική σύγκρουση εμπεριέχει ένα στοιχείο αβεβαιότητας και, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, επηρεάζει αντίστοιχα τις αγορές. Ο πόλεμος στο Ιράν είναι η πιο διευρυμένη, γεωγραφικά, πολεμική σύγκρουση που έχει δει ο πλανήτης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εξελίσσεται, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, στην πιο σοβαρή ενεργειακή κρίση της σύγχρονης εποχής.
Αυτό από μόνο του θα ήταν αρκετό για να προκαλέσει ίλιγγο στις διεθνείς αγορές. Υπό πιο… κανονικές συνθήκες, θα περίμενε κανείς από τις πολιτικές ηγεσίες, ειδικά από αυτές που εμπλέκονται άμεσα στη σύγκρουση και έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, να διαχειρίζονται την κατάσταση με τη δέουσα προσοχή. Κάτι τέτοιο, από την αμερικανική πλευρά, δε φαίνεται να συμβαίνει μέχρι στιγμής.
Κινούμενοι στόχοι
Στις 2 Μαρτίου, ως βασικός στόχος των ΗΠΑ για την εμπλοκή τους στο πόλεμο παρουσιάστηκε η αποτροπή ενός πυρηνικού Ιράν, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωνε ότι ο πόλεμος μπορεί να διαρκέσει «τέσσερις έως πέντε εβδομάδες». Λίγα 24ωρα αργότερα, άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να διευρυνθούν οι στόχοι των ΗΠΑ, με την ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν, καλώντας μάλιστα τους Ιρανούς να εξεγερθούν.
Με τη συμπλήρωση του πρώτου δεκαημέρου του Μαρτίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωνε ότι ο πόλεμος ήταν… «σχεδόν ολοκληρωμένος». Ερωτηθείς για το τι ακριβώς ισχύει, αν δηλαδή ο πόλεμος «μόλις άρχισε» ή «σχεδόν τελείωσε», ο Αμερικανός Πρόεδρος απάντησε ότι ισχύουν και τα δύο. Οι αντιφάσεις συνεχίστηκαν. Στις 11 Μαρτίου ο Τραμπ δήλωνε «έχουμε κερδίσει» και ταυτόχρονα ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχιστούν. Και ο υπόλοιπος κόσμος αναρωτιόταν για αυτή την αντίφαση μεταξύ «νίκης» και συνέχισης του πολέμου.
Διαβάστε ακόμα: Reuters: Αντιμέτωποι με την σκληρή πραγματικότητα οι επενδυτές μετά τις νέες απειλές Τραμπ
Στην πορεία, και ενώ τα Στενά του Ορμούζ είχαν ουσιαστικά κλείσει, στα προεδρικά highlights προστέθηκε και το τελεσίγραφο των 48 ωρών που απευθύνθηκε προς το Ιράν στις 22 Μαρτίου, υπό την απειλή πληγμάτων σε κρίσιμες υποδομές. Πριν λήξει το τελεσίγραφο, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ το ακύρωσε de facto, ανακοινώνοντας ότι η αμερικανική πλευρά βρίσκεται σε «διαπραγματεύσεις» με το Ιράν και «πολύ κοντά σε συμφωνία». Λίγες ημέρες αργότερα ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ προχωρούν σε πενθήμερη παύση πληγμάτων εναντίον ενεργειακών υποδομών του Ιράν.
Προ ημερών, στις 31 Μαρτίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει «σε δύο έως τρεις εβδομάδες». Είπε μάλιστα ότι δεν απαιτείται απαραίτητα συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό των επιχειρήσεων, αρκεί το Ιράν να έχει «εξουδετερωθεί». Κι ενώ διαρροές από τον Λευκό Οίκο έφταναν να κάνουν λόγο ακόμη και για εκεχειρία, τα ξημερώματα της 2ας Απριλίου ήρθε το προεδρικό διάγγελμα στο οποίοι ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται «πολύ κοντά» στην επίτευξη των στρατηγικών τους στόχων, ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν δεν ήταν ποτέ στόχος των ΗΠΑ, ενώ προανήγγειλε «εξαιρετικά σκληρές» επιθέσεις για τις επόμενες δύο έως τρεις εβδομάδες.
Ακραία αβεβαιότητα
Ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει δώσει αντιφατικά μηνύματα για κάθε πτυχή αυτού του πολέμου. Είτε πρόκειται για σκόπιμη τακτική προκειμένου να παραπλανήσει τον εχθρό, είτε πρόκειται για… κάτι άλλο, για τις αγορές αυτό λειτουργεί ως πρόσθετη πηγή αβεβαιότητας. Και συνεχίζει να τροφοδοτεί αυτό που ξένοι αναλυτές περιγράφουν ως ένα από τα πιο έντονα επεισόδια διασυνοριακής μεταβλητότητας των τελευταίων δεκαετιών.
Διαβάστε ακόμα: Επενδυτική ψυχολογία σε καιρό πολέμου – Οι παγίδες που κοστίζουν ακριβά
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν φτάσει σε σημείο να σημειώνουν μέχρι και διψήφιες ημερήσιες ποσοστιαίες μεταβολές, μέσα σε ένα μήνα ενισχύθηκαν συνολικά περί του 50%, ενώ σε επίπεδο τριμήνου η άνοδος άγγιξε το 100%, η μεγαλύτερη από το 1990.
Στο μεταξύ ο S&P 500 υποχώρησε κατά 5% μέσα στον Μάρτιο, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση του τελευταίου έτους, ενώ ο πανευρωπαϊκός STOXX 600 κατέγραψε απώλειες 7,5%, τη μεγαλύτερη πτώση από τον Ιούνιο του 2022. Στην αγορά ομολόγων, η ανατιμολόγηση ήταν εξίσου βίαιη. Το 10ετές αμερικανικό ομόλογο είδε την απόδοσή του να αυξάνεται κατά 38 μονάδες βάσης μέσα στον Μάρτιο, που αποτελεί τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο από το 2024, ενώ το μονοετές inflation swap στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε κατά 69 μονάδες βάσης στο 3,20%.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η πλήρης μεταστροφή στις προσδοκίες για τα επιτόκια. Οι αγορές που τιμολογούσαν μειώσεις επιτοκίων από τη Fed κατά 61 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους, ουσιαστικά έχουν μηδενίσει τις προσδοκίες χαλάρωσης. Την ίδια στιγμή, στην Ευρωζώνη, από 14 μονάδες βάσης μειώσεων πριν τις επιθέσεις, οι αγορές κατέληξαν να τιμολογούν αυξήσεις κατά 71 μονάδες βάσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Διαβάστε ακόμα: Επιθετική προεξόφληση για τα επιτόκια της ΕΚΤ χωρίς σαφή εικόνα για τη διάρκεια της κρίσης
Ο χρυσός, παρά το ρόλο του ως ασφαλές καταφύγιο, υποχώρησε κατά 11,6% μέσα στον Μάρτιο, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση από το 2008, ενώ το Bitcoin κατέγραψε απώλειες 22,2% σε επίπεδο τριμήνου.
Αναλυτές και επενδυτές υποχρεώνονται να επαναξιολογούν διαρκώς τον κίνδυνο, με ουσιαστικά μηδενική ορατότητα για την εξέλιξη του πολέμου.
Η εικόνα στη Λεωφόρο Αθηνών
Θα ήταν αδύνατο για το Χρηματιστήριο της Αθήνας, όπου η συμμετοχή των ξένων επενδυτών κινείται σε επίπεδα-ρεκόρ, να διαφοροποιηθεί από το αρνητικό διεθνές κλίμα. Ο Μάρτιος έκλεισε με συνολικές απώλειες 9,33% για τον Γενικό Δείκτη, που αποτελεί τη χειρότερη μηνιαία επίδοση από τον Μάρτιο του 2020 και μία από τις χειρότερες της τελευταίας δεκαετίας.
Υπενθυμίζεται ότι, με τη συμπλήρωση της πρώτης εβδομάδας του πολέμου στο Ιράν, μόλις τρεις μετοχές εμφάνιζαν θετική απόδοση. Η ΕΥΔΑΠ (+7,78%), η Helleniq Energy (+1,87%) και η Motor Oil (+0,05%). Όλο το υπόλοιπο ταμπλό της υψηλής κεφαλαιοποίησης βρισκόταν στο «κόκκινο», ενώ 7 τίτλοι μετρούσαν διψήφιες ποσοστιαίες απώλειες μεταξύ 15,60% (Aegean) και 11,33% (Τρ. Πειραιώς). Έκτοτε, και με τη σύγκρουση στο Ιράν να συμπληρώνει πλέον πέντε εβδομάδες, η εικόνα έχει επιδεινωθεί και η «ψαλίδα» έχει ανοίξει.
Στο διάστημα μεταξύ 27 Φεβρουαρίου και 2 Απριλίου, μόλις τέσσερις μετοχές της υψηλής κεφαλαιοποίησης εμφανίζουν θετική απόδοση: η ΕΥΔΑΠ με άνοδο 16,71%, η Helleniq Energy με 10,22%, η Motor Oil με 6,05% και η Σαράντης με οριακά κέρδη 0,68%.
Στον αντίποδα, το μεγαλύτερο μέρος της υψηλής κεφαλαιοποίησης μετρά σημαντικές απώλειες. Οι τραπεζικές μετοχές βρέθηκαν υπό έντονη πίεση, με την Alpha Bank να υποχωρεί κατά 9,68%, την Eurobank κατά 11,73%, την Τρ. Πειραιώς κατά 8,87% και την ΕΤΕ κατά 4,86%, ενώ οι Τρ. Κύπρου και Optima κατέγραψαν πτώση 9,07% και 14,11% αντίστοιχα.
Ισχυρές πιέσεις καταγράφονται και εκτός τραπεζικού κλάδου. Από την έναρξη του πολέμου η Coca-Cola HBC έχει υποχωρήσει κατά 10,75%, η Τιτάν κατά 10,67%, η Cenergy κατά 11,45%, ενώ μεγαλύτερες απώλειες έχουν καταγράψει οι τίτλοι των Aegean (-13,85%), Lamda Development (-15,02%), Viohalco (-19,26%) και ElvalHalcor (-20,75%).