Μέχρι τη στιγμή που ξεσπά ένα απρόοπτο γεγονός –όπως μια απότομη γεωπολιτική κλιμάκωση ή ένας πόλεμος– κάθε επένδυση έχει από πίσω της ένα αφήγημα και συγκεκριμένες προσδοκίες. Την κρίσιμη στιγμή, όταν οι αποτιμήσεις αρχίζουν να υποχωρούν, το αφήγημα και οι προσδοκίες κλονίζονται και, μαζί τους, και η συνοχή των επενδυτικών αποφάσεων που είχαν προηγηθεί.
Όσο η πτώση συνεχίζεται, ο επενδυτής θα βρεθεί μπροστά στην επιλογή να πουλήσει ή να κρατήσει. Κι αυτή η απόφαση δεν είναι απλή, διότι ο επενδυτής βρίσκεται μπροστά σε μια ασυμφωνία, μεταξύ των δεδομένων που άλλαξαν απότομα και της αρχικής πεποίθησης που πιθανώς δεν έχει ακόμη διαλυθεί πλήρως.
Σε περιόδους σοβαρών γεωπολιτικών εξελίξεων, όπως μια σύγκρουση που επηρεάζει τις ενεργειακές ροές ή την παγκόσμια ανάπτυξη, το σοκ είναι εξωτερικό και συχνά δύσκολο να αποτιμηθεί. Διαφέρει δηλαδή από μια απογοητευτική ανακοίνωση αποτελεσμάτων ή από μια αναμενόμενη αύξηση επιτοκίων, διότι πρόκειται για μια κατάσταση δυναμική, λιγότερο προβλέψιμη, με ανοιχτό χρονικό ορίζοντα και πολλαπλές πιθανές εκβάσεις.
Συνθήκες εγκλωβισμού
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους ένας επενδυτής μπορεί να βρεθεί εγκλωβισμένος, πέρα από την ταχύτητα της πτώσης. Η παραδοχή του λάθους είναι ψυχολογικά δύσκολη και τείνει να οδηγεί σε αναβολή αποφάσεων. Η αγορά, βέβαια, δεν περιμένει. Το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που πίστευε ο επενδυτής και σε αυτό που δείχνει ξαφνικά η αγορά μπορεί να οδηγήσει σε αδράνεια. Συχνά, η τιμή αγοράς μετατρέπεται σιωπηρά σε σημείο αναφοράς για τον επενδυτή, όχι μόνο διότι εκεί μηδενίζεται η ζημιά, αλλά και επειδή η επιστροφή σε αυτό το επίπεδο ισοδυναμεί με δικαίωση του αρχικού του σκεπτικού.
Στη σχετική βιβλιογραφία, με τον όρο disposition effect περιγράφεται η τάση του επενδυτή να ρευστοποιεί κερδισμένες θέσεις πιο γρήγορα, σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία ρευστοποιεί ζημιογόνες τοποθετήσεις. Το αποτέλεσμα είναι, αντί μια θέση να ρευστοποιηθεί πριν διογκωθούν οι ζημιές, να αφήνεται όλο και βαθιά στο «κόκκινο».
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο εγκλωβισμός δεν περιορίζεται στη διακράτηση μιας ζημιογόνου θέσης, αλλά οδηγεί και σε αύξηση της έκθεσης, μέσω πρόσθετων αγορών με στόχο τη μείωση της μέσης τιμής κτήσης. Η κίνηση αυτή συχνά εκλαμβάνεται ως «διόρθωση» της αρχικής επιλογής, στην πράξη όμως εντείνει το ρίσκο, καθώς βασίζεται στην ίδια υπόθεση που ήδη έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Επιπλέον, δεν είναι σπάνιο μια αρχικά βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε μακροπρόθεσμη, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική επανεκτίμηση των δεδομένων. Μια θέση που αποκτήθηκε με ορίζοντα ημερών ή εβδομάδων παραμένει στο χαρτοφυλάκιο για μήνες, μόνο και μόνο επειδή η τιμή κινήθηκε αντίθετα από την αρχική προσδοκία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο επενδυτής μετατοπίζει σταδιακά τον χρονικό του ορίζοντα, όχι βάσει μιας νέας στρατηγικής, αλλά ως αντίδραση στην εξέλιξη της τιμής. Με αυτόν τον τρόπο, η στρατηγική υποχωρεί και τη θέση της παίρνει η ανάγκη αποφυγής της ζημίας.
Όσο δύσκολη είναι, ψυχολογικά, η παραδοχή του λάθους, άλλο τόσο δύσκολη είναι η απόφαση να κλείσει μια θέση και να οριστικοποιηθεί η ζημιά, έναντι της επιλογής να μείνει ανοιχτή με την ελπίδα ότι θα «γυρίσει».
Περηφάνια και προκατάληψη
Όσο περισσότερο «ζορίζουν» τα πράγματα, τόσο πιο πιθανό είναι ο επενδυτής να πάψει να αξιολογεί ουδέτερα τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του. Οι ειδήσεις που ενισχύουν την πιθανότητα ανάκαμψης αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, ενώ οι αντίθετες υποβαθμίζονται. Εδώ μιλάμε για το confirmation bias, την επιλεκτική προσήλωση δηλαδή σε ό,τι επιβεβαιώνει την αρχική εκτίμηση.
Σε ατομικό επίπεδο, τέτοιες συμπεριφορές είναι κατανοητές. Συχνά όμως λειτουργούν ως μηχανισμός παγίδευσης, ειδικά όσο διαχέονται ευρύτερα σε επίπεδο αγοράς και διαμορφώνουν μια εύθραυστη ισορροπία, που μπορεί να ανατραπεί με την παραμικρή νέα πληροφορία, ανεξαρτήτως αξιοπιστίας. Ειδικά σε περιόδους κρίσης, τέτοιες συμπεριφορές τείνουν να αποκτούν συλλογικά χαρακτηριστικά, ενισχύοντας φαινόμενα όπως η συμπεριφορά της αγέλης και επηρεάζοντας τις αποφάσεις των επενδυτών για μεγαλύτερο διάστημα από όσο διαρκούν οι ίδιες οι συνθήκες που προκάλεσαν το αρχικό σοκ.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι αυτή η διαδικασία δεν αφορά μόνο ιδιώτες επενδυτές. Με διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικές κλίμακες, επηρεάζει και επαγγελματίες, διαχειριστές κεφαλαίων, ακόμη και θεσμικούς φορείς. Η ανάγκη να εξηγηθεί μια απόφαση, να διατηρηθεί η συνέπεια μιας στρατηγικής ή να αποφευχθεί η παραδοχή του λάθους δεν είναι αποκλειστικά ατομική. Είναι εγγενής σε κάθε σύστημα που βασίζεται σε εκτιμήσεις για το μέλλον.
Επανασύνδεση με την πραγματικότητα
Πολύ συχνά, όταν ένα απρόοπτο γεγονός διαταράσσει τις αγορές, η πρώτη αντίδραση είναι αφηγηματική. Υπό την έννοια ότι οι επενδυτές δεν αναζητούν τόσο τις νέες τιμές ισορροπίας, όσο έναν τρόπο να επανασυνδέσουν τη νέα κατάσταση με το αφήγημα που τους οδηγούσε μέχρι πρόσφατα.
Σε τέτοιες συνθήκες, ο ιδιώτης επενδυτής τείνει να είναι συγκριτικά πιο ευάλωτος. Σε αντίθεση με τους μεγάλους θεσμικούς, δεν διαθέτει την ίδια πρόσβαση σε πληροφόρηση, ούτε την κλίμακα και τη διαφοροποίηση που θα του επέτρεπαν να απορροφήσει βραχυπρόθεσμες ζημιές. Η ανοχή του στη μεταβλητότητα είναι συνήθως περιορισμένη, που σημαίνει ότι είναι πιο πιθανό να κληθεί να λάβει αποφάσεις υπό πίεση.
Σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, η προσωρινή απομάκρυνση από την αγορά, έως ότου διαμορφωθεί πιο σαφής τάση, μπορεί να αποτελέσει συνετή επιλογή διαχείρισης κινδύνου. Αν και μια τέτοια στάση ενδέχεται να οδηγήσει σε απώλεια μέρους της αρχικής φάσης μιας ανόδου, λειτουργεί προστατευτικά, για όσο διάστημα η ορατότητα παραμένει χαμηλή και οι πιθανότητες σφάλματος αυξημένες.