Άνοδο των τιμών του brent ακόμα και πάνω από τα 150 δολάρια το βαρέλι προβλέπουν οι αναλυτές της Berenberg, σε περίπτωση που η διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ διαρκέσει για αρκετούς μήνες και το Ιράν εντείνει τις επιθέσεις του σε γειτονικές χώρες.
Όπως σημειώνουν, τις τελευταίες εβδομάδες, ο πόλεμος στο Ιράν είναι σχεδόν το μοναδικό θέμα που απασχολεί τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Επενδυτές και αναλυτές συνεχίζουν να αναρωτιούνται αν η κατάσταση θα αποκλιμακωθεί ή αν θα επιδεινωθεί περαιτέρω.
Σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης, η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να διαταραχθεί για αρκετούς μήνες, ενώ το Ιράν να εντείνει τις επιθέσεις του σε γειτονικές χώρες. «Σε ένα τέτοιο σενάριο, εκτιμούμε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα ξεπεράσουν τα υψηλά του 2022 και θα εκτιναχθούν πολύ πάνω από τα 150 δολάρια, γεγονός που θα ενίσχυε περαιτέρω το sell-off σε μετοχές και ομόλογα» σχολιάζει η Berenberg.
Αντιθέτως, τα πιο θετικά σενάρια προβλέπουν αποκλιμάκωση της σύγκρουσης, με αποτέλεσμα τα Στενά του Ορμούζ να καταστούν και πάλι πλήρως προσπελάσιμα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Έτσι θα μπορούσε να αποφευχθεί μια άνοδος των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 120 δολάρια και, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι μετοχές και τα ομόλογα είναι πιθανό να ανακτήσουν γρήγορα μέρος των απωλειών των τελευταίων εβδομάδων.
Νέα διόρθωση στον ορίζοντα;
Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με την Berenberg, οι αγορές δεν προεξοφλούν ένα πιο σοβαρό οικονομικό σοκ. Αν όμως αυτό τελικά υλοποιηθεί, οι μετοχές έχουν περιθώριο περαιτέρω πτώσης.
Το ενεργειακό σοκ που προκλήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν και το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει ήδη οδηγήσει σε σημαντική διόρθωση. Οι ευρωπαϊκές μετοχές έχουν υποχωρήσει πάνω από 5% από την έναρξη της σύγκρουσης, ενώ οι αναδυόμενες αγορές έχουν χάσει σχεδόν 7% από τις 27 Φεβρουαρίου. Για οικονομίες λιγότερο εξαρτημένες από την ενέργεια, όπως οι ΗΠΑ, οι απώλειες είναι πιο περιορισμένες.
Αν η κατάσταση στο Ιράν βελτιωθεί, υπάρχει περιθώριο, ιδίως για τις αγορές που έχουν πληγεί περισσότερο, να αποτιμήσουν εκ νέου τον γεωπολιτικό κίνδυνο και να ανακτήσουν γρήγορα μέρος των πρόσφατων απωλειών.

«Σε σύγκριση με προηγούμενα οικονομικά σοκ, η τρέχουσα πτώση στις αγορές φαίνεται σχετικά ήπια. Για παράδειγμα, οι διορθώσεις μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία ή την ‘Ημέρα Απελευθέρωσης’ του Τραμπ ήταν αισθητά πιο έντονες. Αυτό υποδηλώνει ότι οι αγορές δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει πλήρως σενάρια σοβαρής οικονομικής διαταραχής ή επαλήθευσης του χειρότερου δυνατού σεναρίου» εξηγούν οι αναλυτές της Berenberg. Προσθέτοντας ωστόσο πως, αν οι τιμές του πετρελαίου αυξηθούν σημαντικά εκ νέου, οι επενδυτές θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για περαιτέρω απώλειες στις μετοχές.
Οι επιλογές των επενδυτών
Στο βασικό της σενάριο, η Berenberg προβλέπει ότι η σύγκρουση μπορεί να αποκλιμακωθεί (τουλάχιστον εν μέρει) στο προσεχές διάστημα, με τις αγορές να ανακτούν τις απώλειες των τελευταίων δύο εβδομάδων. Για να τοποθετηθούν ενόψει ενός τέτοιου ανοδικού «ράλι ανάκαμψης», συνιστά στους επενδυτές να διατηρήσουν σχετικά αυξημένη έκθεση.
Όπως λένε, οι αγορές που έχουν επηρεαστεί περισσότερο από το ενεργειακό σοκ, όπως οι ευρωπαϊκές και οι αναδυόμενες, είναι πιθανό να ηγηθούν αυτής της αντίδρασης. Συνεπώς, συνιστούν ελκυστικά overweights σε περιφερειακό επίπεδο, όπως και οι μετοχές του ενεργειακού κλάδου, οι οποίες λειτουργούν ως αντιστάθμισμα σε πιθανές αυξήσεις των τιμών ενέργειας και εξισορροπούν το χαρτοφυλάκιο.
Αντίθετα, αν καταστεί σαφές ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν κλειστά όχι για εβδομάδες αλλά για μήνες, τότε θα απαιτηθεί πιο αμυντική τοποθέτηση. Σε περιφερειακό επίπεδο, θα ήταν λογική μια ανακατανομή προς τις ΗΠΑ και άλλους εξαγωγείς ενέργειας, όπως η Λατινική Αμερική. Σε αυτό το σενάριο, τα ομόλογα είναι πιθανό να συνεχίσουν να υποχωρούν και να μην λειτουργήσουν ως «ασφαλές καταφύγιο» για τους επενδυτές. «Προς το παρόν, ωστόσο, δεν διαπιστώνεται άμεση ανάγκη προετοιμασίας για ένα τέτοιο σενάριο κλιμάκωσης» καταλήγουν οι αναλυτές της Berenberg.