Σε τεντωμένο «σχοινί» ακροβατούν οι αγορές ξένου συναλλάγματος, μετά τις νέες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ υπέρ του αδύναμου δολαρίου, την ώρα ωστόσο που ο S&P 500 «σπάει» και το φράγμα των 7.000 δολαρίων και ο χρυσός καταρρίπτει νέο ιστορικό πάνω από τα 5.300 δολάρια η ουγγιά.
Αμέσως μετά τις δηλώσεις Τραμπ ότι δεν θεωρεί πως το δολάριο είναι υπερβολικά αποδυναμωμένο, αυξήθηκαν τα στοιχήματα στις αγορές οψιόν για περαιτέρω διολίσθηση του δολαρίου, που βρίσκεται ήδη σε χαμηλό τεσσάρων ετών, παρά την προσπάθεια σταθεροποίησης στον απόηχο της απόφασης της Fed, η οποία διατήρησε αμετάβλητη τη νομισματική πολιτική της.
Το δολάριο οδεύει προς τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία πτώση από πέρυσι τον Απρίλιο και προς τον χειρότερο Ιανουάριο των τελευταίων οκτώ ετών. Σαφώς, οι δηλώσεις Τραμπ καταδεικνύουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση βλέπει πλεονεκτήματα στο ασθενέστερο νόμισμα, καθώς καθιστά τα αμερικανικά προϊόντα πιο ελκυστικά στις ξένες αγορές, την αμερικανική οικονομία πιο ανταγωνιστική και βοηθά τις ΗΠΑ να μειώσουν τα τεράστια εμπορικά τους ελλείμματα.
Άλλωστε, επανειλημμένως ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει διαχωρίσει την χαμηλή τιμή δολαρίου από την πολιτική του ισχυρού δολαρίου. Από την άλλη, το ευρώ διαπέρασε ενδοσυνεδριακά σήμερα αλλά και χθες το φράγμα του 1,20 έναντι του δολαρίου, με τους traders να ποντάρουν σε ένα επίπεδο μεταξύ 1,22 και 1,25 έως τα τέλη του έτους. Σε νέα του παρέμβαση σήμερα, ο Μπέσεντ επανέλαβε την πάγια πολιτική του ισχυρού δολαρίου, διαψεύδοντας τις εικασίες περί παρέμβασης με πώληση δολαρίου και αγοράς γεν, δηλώσεις που σταθεροποίησαν κάπως το δείκτη δολαρίου και οδήγησαν σε απότομη πτώση του γεν.
Το 1,20 αποτελεί «κόκκινο πανί» για την ΕΚΤ, που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και των ευρωπαϊκών προϊόντων στις ξένες αγορές, ενώ συρρικνώνει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ και δημιουργεί τον κίνδυνο αποπληθωρισμού, σε μία εξέλιξη που θα ανάγκαζε την ΕΚΤ να μειώσει ξανά τα επιτόκια.
Πού βλέπουν οι αναλυτές το δολάριο
Για τον Στέφεν Γεν, ιδρυτή της Eurizon SLJ Capital, η στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο δολάριο σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης υποχώρησης, καθώς στοχεύει σε μια ισοτιμία που θα στηρίζει τους Αμερικανούς εξαγωγείς.
«Αυτό μπορεί κάλλιστα να είναι η αρχή του επόμενου σκέλους πτώσης του δολαρίου, και πολλοί ενδέχεται να μην είναι προετοιμασμένοι γι’ αυτό», έγραψε ο Γεν, πρώην στρατηγικός αναλυτής συναλλάγματος της Morgan Stanley και δημιουργός της θεωρίας του «χαμόγελου του δολαρίου». «Υπήρξε μια ολόκληρη γενιά αναλυτών συναλλάγματος που είχε συνηθίσει να διαχειρίζεται ένα ισχυρό δολάριο και μια ισχυρή αμερικανική οικονομία, και αδυνατεί να επεξεργαστεί το σενάριο ενός αποδυναμωμένου δολαρίου σε συνδυασμό με μια ισχυρή αμερικανική οικονομία».
«Όταν το πρόσωπο που θα μπορούσε, μέσω δηλώσεων, να στηρίξει το νόμισμα δείχνει αδιάφορο, το δίχτυ ασφαλείας κάτω από το δολάριο γίνεται λεπτότερο», δήλωσε ο Άντονι Ντόιλ, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της Pinnacle Investment Management στο Σίδνεϊ. «Οι αγορές επαναφέρουν το ερώτημα αν οι ΗΠΑ ζητούν από τους επενδυτές να αποδεχθούν χαμηλότερο επίπεδο σταθερότητας και, κατά συνέπεια, να απαιτήσουν υψηλότερη αποζημίωση για την ανάληψη αμερικανικού κινδύνου».
Νέα ύψη για τη Wall Street
Από την άλλη πλευρά, ο δείκτης S&P 500 ξεπέρασε για πρώτη φορά το όριο των 7.000 μονάδων, κινούμενος από την αδιάκοπη αισιοδοξία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τις προσδοκίες για ισχυρά αποτελέσματα των Big Tech.
Η ταχύτητα με την οποία ο δείκτης προσθέτει διαδοχικά «πακέτα» των 1.000 μονάδων έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, αντανακλώντας την ενισχυμένη εμπιστοσύνη των επενδυτών στην αμερικανική οικονομία και στην εταιρική Αμερική.
Χρειάστηκαν περίπου τρία χρόνια για να ανέλθει ο S&P 500 από τις 4.000 στις 5.000 μονάδες, αλλά μόλις εννέα μήνες για να σκαρφαλώσει από τις 5.000 στις 6.000, επίπεδο που κατέκτησε τον Νοέμβριο του 2024.
Η αισιοδοξία που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί έναν από τους βασικούς μοχλούς της αμερικανικής αγοράς, ωθώντας υψηλότερα τεχνολογικούς κολοσσούς όπως η Nvidia, η Microsoft και η Alphabet. Οι τεχνολογικές μετοχές αντιπροσωπεύουν πλέον σχεδόν το 50% του S&P 500.
Σύμφωνα με στοιχεία της LSEG, οι αναλυτές αναμένουν ότι τα κέρδη των εταιρειών του S&P 500 θα αυξηθούν κατά 15,5% το 2026, από εκτιμώμενη αύξηση 13,2% το 2025.
Τα εταιρικά αποτελέσματα του τεχνολογικού κλάδου, τροφοδοτούμενα από την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, αναμένεται σε μεγάλο βαθμό να καθοδηγήσουν την εταιρική ανάπτυξη στις ΗΠΑ το τέταρτο τρίμηνο, με τα κέρδη του κλάδου να προβλέπεται ότι θα αυξηθούν κατά περίπου 27%.
Ο S&P 500 έχει ανακάμψει σχεδόν 45% από τα χαμηλά του Απριλίου 2025, όταν οι δασμοί του Αμερικανού προέδρου είχαν ταράξει τις παγκόσμιες αγορές.
Οι ξένοι επενδυτές
Η παγκόσμια έκθεση σε αμερικανικά assets πλησιάζει τα 69 τρισ. δολάρια ή τα 27 τρισ. δολάρια σε καθαρή βάση αν αφαιρεθούν οι ξένες επενδύσεις των Αμερικανών. Συνεπώς, δεν λείπουν οι δυνητικοί πωλητές σε περίπτωση που οι επενδυτές αποφασίσουν να «μειώσουν τον κίνδυνο» σε σχέση με τις ΗΠΑ. Οι ταραχώδεις πρώτες εβδομάδες του έτους προσθέτουν ολοένα και περισσότερους λόγους για τους οποίους θα μπορούσαν να θελήσουν να περιορίσουν αυτή την ιστορικά υψηλή καθαρή «long» θέση.
Κυριότεροι μεταξύ αυτών είναι η ανησυχία για την περιφρόνηση της Ουάσιγκτον προς τη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες, η αποδόμηση των σχέσεων με στενούς συμμάχους όπως η Ευρώπη και ο Καναδάς, καθώς και οι επαναλαμβανόμενες απειλές επιβολής τιμωρητικών δασμών στους εμπορικούς της εταίρους.
Βεβαίως, πολλοί από τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ είναι και οι μεγαλύτεροι δανειστές του «Θείου Σαμ», μέσω των αγορών αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Είναι επίσης οι μεγαλύτεροι επενδυτές της Αμερικής, εν μέσω του πυρετού συμμετοχής στο χρηματιστηριακό πάρτι της αμερικανικής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι ξένοι επενδυτές έχουν περίπου διπλασιάσει τις τοποθετήσεις τους σε αμερικανικές μετοχές και ομόλογα την τελευταία δεκαετία, με αιχμή τις ιδιαίτερα ισχυρές εισροές σε μετοχές, σύμφωνα με έκθεση της Goldman Sachs.
Ποιοι, λοιπόν, είναι πιο πιθανό να μειώσουν αυτές τις αγορές στο μέλλον ή ακόμη και να επαναπατρίσουν μέρος αυτών των κεφαλαίων;
Η Ιαπωνία είναι ο προφανής υποψήφιος. Είναι ο τρίτος μεγαλύτερος ξένος κάτοχος αμερικανικών μετοχών και ο μεγαλύτερος κάτοχος αμερικανικών ομολόγων σε ονομαστικούς όρους. Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας της Ιαπωνίας κατέχουν περίπου 1 τρισ. δολάρια σε μετοχές και πάνω από 1,5 τρισ.δολάρια σε χρέος.
Τα αμερικανικά ομόλογα αντιπροσωπεύουν επίσης το 14% των χαρτοφυλακίων χρέους των επενδυτών της Ευρωζώνης, αλλά οι αγορές αυτές έχουν αυξηθεί έντονα τα τελευταία χρόνια. Οι Ευρωπαίοι επενδυτές έχουν σχεδόν διπλασιάσει την έκθεσή τους στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα μετά την πανδημία του κορονοϊού και πλέον κατέχουν συνολικά περίπου 2 τρισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με την Deutsche Bank.
Η επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ-Ευρώπης θα μπορούσε να επιβραδύνει αυτές τις αγορές ή ακόμη και να τις αντιστρέψει. Η Νορβηγία, ο Καναδάς και η Δανία - τις οποίες ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ πρόσφατα υποτίμησε χαρακτηρίζοντάς τες «ασήμαντες» – έχουν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία έκθεση σε αμερικανικές μετοχές, ενώ η Ελβετία και, για άλλη μια φορά, η Νορβηγία κατέχουν τα μεγαλύτερα μερίδια των επενδύσεων σε χρέος τους σε αμερικανικά assets.