Τα μηνύματα της JP Morgan για τις ελληνικές τράπεζες από το ταξίδι της στην Αθήνα

Ανδρέας Βελισσάριος
Viber Whatsapp Μοιράσου το
Τα μηνύματα της JP Morgan για τις ελληνικές τράπεζες από το ταξίδι της στην Αθήνα
Θετικό τόνο στο εγχώριο επενδυτικό «story» με κεντρικό άξονα τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, συνεχίζει να διατηρεί η JP Morgan μετά τις τελευταίες συναντήσεις των στελεχών της με τις διοικήσεις των τραπεζών, εταιρείες, κυβερνητικούς αξιωματούχους, φορείς χάραξης πολιτικής και ειδικούς του κλάδου στην Αθήνα.

Θετικό τόνο στο εγχώριο επενδυτικό «story» με κεντρικό άξονα τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, συνεχίζει να διατηρεί η JP Morgan μετά τις τελευταίες συναντήσεις των στελεχών της με τις διοικήσεις των τραπεζών, διάφορες εταιρείες, κυβερνητικούς αξιωματούχους, φορείς χάραξης πολιτικής και ειδικούς του κλάδου στην Αθήνα.

Όπως επισημαίνει μετά το πέρας των συναντήσεων, τα μηνύματα ήταν αρκετά εποικοδομητικά, καθώς οι οικονομικοί δείκτες σηματοδοτούν μια σχετικά ανοδική προοπτική για το 2023, ιδιαίτερα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, ενώ οι τράπεζες αναμένουν να φτάσουν πιο σύντομα σε υψηλότερους δείκτες απόδοσης ιδίων κεφαλαίων ROTE στη βάση της ανθεκτικής πιστωτικής ζήτησης, της διατήρησης της ανατιμολόγησης των δανειακών χαρτοφυλακίων, του beta των καταθέσεων που παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποια ένδειξη υποβάθμισης της ποιότητας του ενεργητικού τους.

  • Η JP Morgan συναντήθηκε με αξιωματούχους και στελέχη από: Aegean, Alpha Bank, Τράπεζα της Ελλάδος, Eurobank, υπουργείο Οικονομικών, TXΣ, Intrum Hellas, IOBE, Εθνική Τράπεζα, ΟΠΑΠ, ΟΤΕ, Τράπεζα Πειραιώς, PRODEA Real Estate Investments και ΣΥΡΙΖΑ.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο αμερικανικός οίκος επανέρχεται με μια θετική οπτική για τις ελληνικές τράπεζες που παραμένει άθικτη και αναλοίωτη μεσοπρόθεσμα, υπό ένα σχετικά ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον, πιο καθαρούς ισολογισμούς (εξυγίανση), τη θετική αναπτυξιακή πορεία και τους υποστηρικτικούς διαρθρωτικούς παράγοντες, όπως τα υψηλότερα επιτόκια και τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στον κλάδο, – καθώς και τη δυνατότητα επιστροφής των τραπεζών στη διανομή μερισμάτων. Η JP Morgan διατηρεί την «overweight» σύστασή της για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Όπως επισημαίνει, ενώ υπήρξε μια γενική παραδοχή ότι οι επερχόμενες εθνικές εκλογές ενέχουν έναν κίνδυνο αβεβαιότητας βραχυπρόθεσμα, από την άλλη υπάρχει μάλλον ένας περιορισμένος κίνδυνος μακροπρόθεσμης αναστάτωσης και διαταραχής.

Οι μακροοικονομικές προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές σε περιφερειακό πλαίσιο, σύμφωνα με τη JP Morgan. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ήταν πρόθυμοι να τονίσουν ότι η οικονομική ανάπτυξη υπεραπέδωσε σταθερά των προσδοκιών κατά τα τελευταία τρία χρόνια, με την ανεργία να υποχωρεί στο 11,4%, ήτοι στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2010 και μειωμένη κατά 6 μονάδες σε σύγκριση με το 2019. Παράλληλα, η αποκατάσταση των δημοσιονομικών μεγεθών συνεχίστηκε, με ίσως την πιο «επιθετική» δημοσιονομική προσαρμογή στην Ευρώπη και με το δημόσιο χρέος προς το ΑΕΠ να πλησιάζει προς το 170%, εν μέρει υποβοηθούμενο από τη δυναμική του πληθωρισμού.

Το 2023 φαίνεται πιο δύσκολο, αλλά υπήρξε ένα ευρύ consensus για μια θετική αναπτυξιακήα πορεία, με τις εκτιμήσεις για το ΑΕΠ στο εύρος 1,5% - 1,8%, που υποστηρίζεται από το ισχυρό «carry over» από το 2022, την ανθεκτική αγορά εργασίας, την επιτάχυνση των επενδύσεων, καθώς και την ανθεκτική τραπεζική πιστωτική επέκταση. Ένας βασικός κίνδυνος για την απόδοση των μετοχών φέτος, κατά τη JP Morgan, είναι οι επερχόμενες εθνικές εκλογές και οι αβεβαιότητες που τις περικλείουν. Πέραν από τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η JP Morgan συναντήθηκε και με κάποια από τα μέλη της αντιπολίτευσης που υπογράμμισαν ότι μεταξύ των προτεραιοτήτων τους είναι η αντιμετώπιση των ανισοτήτων καθώς και η βελτίωση του πλαισίου διακυβέρνησης και της διαφάνειας, διατηρώντας και συνεχίζοντας παράλληλα την οικονομική ατζέντα με έναν προσανατολισμό στην ανάπτυξη.

Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης

Επιπλέον, η απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης συνεχίζεται με ένα καλό ρυθμό και αναμένεται να επιταχυνθεί το δεύτερο εξάμηνο του 2023. Μέχρι στιγμής, έχουν εκταμιευθεί 11 δισ. ευρώ στην Ελλάδα σε επιχορηγήσεις και δάνεια (από τα 32 δισ. ευρώ συνολικά για την περίοδο 2021 - 2026). Έχουν ήδη υποβληθεί 280 αιτήσεις έργων με συνολικό προϋπολογισμό 10,5 δισ. ευρώ (4,5 δισ. ευρώ για χρηματοδότηση RRF, 3,5 δισ. ευρώ για τραπεζικά δάνεια και με ίδια κεφάλαια 2,5 δισ. ευρώ). Οι συνολικές επενδύσεις υπό το πλαίσιο συμβάσεων έχουν φτάσει τα 3,2 δισ. ευρώ μέχρι στιγμής (εκ των οποίων 1,2 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα 1,3 δισ. ευρώ αφορούν τραπεζικά δάνεια). Ευρύτερα, η JP Morgan βλέπει να καταγράφεται μια ενθαρρυντική πρόοδος σε αυτό το σκέλος και με τις εκταμιεύσεις να επιταχύνονται το δεύτερο εξάμηνο του 2023, αναμένεται να υπάρξει μια πιο ορατή συμβολή στην πιστωτική επέκταση των τραπεζών αργότερα μέσα στο έτος.

Επιτόκια δανειοδοτήσεων

Τα spreads στα επιτόκια για τα νέα επιχειρηματικά και επαγγελματικά δάνεια διαμορφώθηκαν στο 2,8% τον Οκτώβριο, ελαφρώς χαμηλότερα από τον μέσο όρο του 3,2% το εννεάμηνο του 2022, αλλά εξακολουθούν να είναι εμφανώς υψηλότερα από τον μέσο όρο του 1,3% για την Ευρωζώνη και 1% - 1,3% - 2,2% για τις αντίστοιχες τράπεζες της ΝΑ Ευρώπης σε Ιταλία - Ισπανία - Πορτογαλία. Με το 90% περίπου των δανείων να είναι κυμαινόμενου επιτοκίου, η JP Morgan έλαβε το μήνυμα ότι η ανατιμολόγηση των δανείων προχωράει όπως είχε εκτιμηθεί και πιθανότατα θα γίνει πιο ορατή στα αποτελέσματα του τέταρτου τριμήνου του 2022. Οι τράπεζες διαπίστωσαν αρχικώς κάποια μικρή «διάβρωση» των περιουσιακών στοιχείων του «backbook», αλλά αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό τεχνική και οφείλεται στα μηδενικά κατώτατα επιτόκια, ενώ κάποια ανάκαμψη ήταν ήδη ορατή από τον Οκτώβριο. Στο μέλλον, δεδομένων των συνεχιζόμενων πιέσεων στα εταιρικά περιθώρια, καθώς εντείνεται ο ανταγωνισμός και βελτιώνονται οι εταιρικοί ισολογισμοί, οι τράπεζες αναμένουν κάποια ήπια «διάβρωση» των περιθωρίων κέρδους στην περιοχή των 10 - 15 μονάδων βάσης ετησίως, όπως αναφέρει η JP Morgan.

Beta καταθέσεων

Τα beta των καταθέσεων παραμένουν πολύ χαμηλά, αλλά αναμένεται να αυξηθούν. Μέχρι στιγμής, δεν έχει καταγραφεί μια πραγματική αύξηση στο κόστος των καταθέσεων παρά τα εμφανώς υψηλότερα επιτόκια. Εξετάζοντας τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, το μεικτό κόστος καταθέσεων στην Ελλάδα είχε αυξηθεί μόλις κατά 4 μονάδες βάσης από τον Οκτώβριο, παρόλο που το Euribor τριμήνου αυξήθηκε κατά 200 μονάδες βάσης περίπου. Οι τράπεζες ξεκάθαρα λαμβάνουν μια «ανακούφιση» από τα βελτιωμένα προφίλ χρηματοδότησής τους (με το LDR να υποχωρεί στο 61% τον Σεπτέμβριο από το 140% το 2016) και σηματοδοτούν ότι δεν σκοπεύουν να προβούν σε «επιθετικές» κινήσεις για να αυξήσουν τα ποσοστά και τα μερίδιά τους στην αγορά καταθέσεων. Οι πελάτες πάντως θα αρχίσουν να μετακινούνται από τις καταθέσεις όψεως στις προθεσμιακές καταθέσεις (σήμερα στο 16% του συνόλου σε επίπεδο συστήματος). Η JPMorgan αναφέρεται μάλιστα στην Τσεχία, ως ένα καλό παράδειγμα αλλαγής της συμπεριφοράς των πελατών, όπου το ποσοστό των προθεσμιακών καταθέσεων αυξήθηκε στο το 35% έως τον Οκτωβρίου του 2022 από 18% που ήταν τον Δεκέμβριο του 2022, αν και χρειάστηκε τα επιτόκια να φτάσουν στο 7% και το beta καταθέσεων στο 75% - 80% περίπου για την ορατή επιτάχυνση της τάσης, ενώ η δυναμική του ανταγωνισμού είναι επίσης πιο έντονη, δεδομένης της μακράς «ουράς» των μικρότερων τραπεζών με διαφορετικά προφίλ χρηματοδότησης – εντελώς διαφορετική εικόνα από την ενοποιημένη δομή της εγχώρια αγοράς.

Ποιότητα ενεργητικού

Παράλληλα, η ποιότητα του ενεργητικού του τεσσάρων συστημικών τραπεζών δεν δείχνει ακόμη κάποια σημάδια επιδείνωσης, αλλά το κόστος κινδύνου μπορεί να παραμείνει αυξημένο το 2023. Οι τράπεζες εξακολουθούν να μην βλέπουν σημάδια επιδείνωσης στα χαρτοφυλάκια δανείων τους, συμπεριλαμβανομένων των πιο εύθραυστων forborne (ρυθμισμέων) δανείων, επομένως τα μηνύματα παραμένουν ενθαρρυντικά μέχρι στιγμής. Ωστόσο, το κόστος του κινδύνου θα παραμείνει πιθανότατα υψηλό το 2023 (100 μονάδες βάσης περίπου κατά μέσο όρο). Με έναν εκ των servicers (Intrum) που συναντήθηκε η JP Morgan τόνισε ότι η συμπεριφορά των οργανικών πληρωμών είχε βελτιωθεί, ενώ οι μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένου του νέου πτωχευτικού πλαισίου, είχαν αρχίσει να μειώνουν το διαρθρωτικό κόστος είσπραξης.

Η εικόνα στα μερίσματα

Από την άλλη ως προς τα μερίσματα, η JP Morgan στέκεται ιδιαίτερα στην ασαφή ακόμη στάση του SSM. Ίσως στο μεγαλύτερο «σήμα» επιστροφής των ελληνικών τραπεζών, η Eurobank και η Εθνική Τράπεζα στοχεύουν να καταβάλλουν ένα μικρό μέρισμα από τα κέρδη του 2022 και οι Alpha Bank - Τράπεζα Πειραιώς να ακολουθήσουν το παράδειγμα αργότερα. Με τους δείκτες NPEs να πλησιάζουν τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους και τα επίπεδα κεφαλαίου να δείχνουν υγιή (CET1 15,6% για την Εθνική Τράπεζα και 14,2% για την Eurobank), ο αμερικανικός οίκος εκτιμά ότι αυτό παραμένει ένα ρεαλιστικό σενάριο, αν και υπόκειται στην έγκριση των ρυθμιστικών αρχών, με το τοπίο να αναμένεται να ξεκαθαρίσει προς τον Απρίλιο ή το Μάιο.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάστε ακόμη

Citi: Το μεγάλο δίλημμα της Fitch με την Ελλάδα - Τι θα κάνει στην αυριανή αξιολόγηση

gazzetta
gazzetta readerinsiderinsider