Βιομηχανία και νοικοκυριά κινδυνεύουν από αύξηση των τιμολογίων φυσικού αερίου όπως επισημαίνει σε ερώτησή του προς τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, την οποία κατέθεσε τη Δευτέρα, στη Βουλή, ο επικεφαλής της ΟΔΕ Παραγωγής και Εμπορίου, βουλευτής Θεσσαλονίκης, Σταύρος Καλαφάτης.

Με αφορμή σχετικά δημοσιεύματα στον Τύπο που αναφέρουν ότι , ο ΔΕΣΦΑ πρόκειται άμεσα να υποβάλει προς τη ΡΑΕ εισήγηση αύξησης των τιμών 30% σε σχέση με τα σημερινά τιμολόγια, ο κ. Καλαφάτης ζητά διευκρινίσεις για την ορθότητα των συγκεκριμένων πληροφοριών επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι, ενδεχόμενη αναπροσαρμογή προς τα πάνω των τελών χρέωσης χρήσης του Συστήματος θα επιφέρει νέα επιβάρυνση στις τιμές φυσικού αερίου για τους οικιακούς καταναλωτές και για τη βιομηχανία.

Τα σχετικά στοιχεία αναφέρονται αρχικά στη δυσμενή χρηματοοικονομική συγκυρία, που οδήγησε στην αύξηση του κόστους για το Διαχειριστή του Συστήματος, και στη συνέχεια, στη σημαντική μείωση σε ποσοστό άνω του 25% στην κατανάλωση φυσικού αερίου, (από 4,219 δις κ.μ. το 2012 σε 2,78 δις κ.μ. το 2014), γεγονός που σημαίνει ότι τα κόστη του συστήματος θα πρέπει να καλυφθούν από σημαντικά μικρότερες ποσότητες αερίου. Ο  ΔΕΣΦΑ, για να καλύψει  τις νέες επενδύσεις, θα πρέπει να προχωρήσει αύξηση  τιμών η οποία μάλιστα θα επιμεριστεί σε κατανάλωση η οποία αναμένεται να είναι μειωμένη 25%).

Ο κ. Καλαφάτης σημειώνει ότι «είναι προφανές ότι ενδεχόμενη αναπροσαρμογή προς τα πάνω των τελών μεταφοράς φυσικού αερίου θα επιφέρει νέα επιβάρυνση στις τιμές φυσικού αερίου τόσο για τους οικιακούς καταναλωτές όσο και για τη βιομηχανία που ήδη αντιμετωπίζει την πρόσφατη αύξηση των τελών διανομής από 0,80 Ε σε 4 Ε ανά μεγαβατώρα, (αύξηση 500%), σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 4336/2015, που καθόρισε στο επίπεδο αυτό τη μεταβατική τιμή για τη δραστηριότητα της διανομής του φυσικού αερίου».