Ο γνωστός «Επιμένων Ελληνικά» που φιγούραρε κατά τη δεκαετία του ‘80 σε τηλεοπτικά σποτ,  στα super markets και σε αφίσες σε κεντρικά σημεία των ελληνικών πόλεων, επανέρχεται και προσαρμόζεται στις ανάγκες της εποχής.  Ο λόγος γίνεται για το σήμα «made in Greece», το οποίο αποτελεί μια αναγνωρίσιμη εθνική σφραγίδα των  ελληνικών προϊόντων  και σκοπό έχει να επιτρέψει στις ελληνικές επιχειρήσεις να ενταχθούν με όρους ανταγωνιστικότητας στην παγκόσμια αγορά.

Και επειδή στο χώρο του «επιχειρείν» οι παίχτες είναι τουλάχιστον δύο, βασικά ζητήματα της πρωτοβουλίας αφορούν στην ανταπόκριση των ελληνικών επιχειρήσεων αλλά και στην καταναλωτική συμπεριφορά όπως αυτή διαμορφώνεται σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία.

Η δημιουργία προϊόντων με σημαντική προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία αποτελεί  μια νέα πρόκληση για της επιχειρήσεις οι οποίες στρέφονται πλέον στο παγκόσμιες αγορές.  Και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, οργανισμών, συνεταιρισμών, ομάδων παραγωγών και μεμονωμένων επιχειρηματιών που κατάφεραν να επιτύχουν εξαιρετικές επιδόσεις στη δημιουργία και διάθεση ελληνικών προϊόντων.

Αρκετά είναι τα παραδείγματα των εταιρειών που έκαναν γνωστά τα ελληνικά προϊόντα στο εξωτερικό: η Γαία και η Simply Delicious, με ελληνικά προϊόντα delicatessen, η Εsti, η Candias Oil  και οι Ελαιώνες Σακελλαρόπουλου με εξαιρετικό ελαιόλαδο, η Odysea με παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα (τυροκομικά, λάδι, μέλι), η Karpos Company με γκουρμέ προϊόντα μεσογειακής διατροφής κλπ.

Ο κ. Γεώργιος Αυλωνίτης, Καθηγητής & Αναπληρωτής Πρόεδρος του Συμβουλίου του ΟΠΑ και Πρόεδρος της  Ελληνικής Ακαδημίας Marketing (ΕΛ.Α.Μ.), αναφέρεται στο θεσμό σημειώνοντας ότι «σήμερα βιώνουμε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας μας. Διότι, σαν χώρα, δεν ανταποκριθήκαμε στις προκλήσεις ούτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε και της Ευρωζώνης που απαιτούν από τις επιχειρήσεις εξαγωγικό προσανατολισμό και την ανάπτυξη, την παραγωγή και διάθεση παγκοσμίως αποδεκτών επωνύμων προϊόντων και υπηρεσιών. Υπάρχουν όμως και οι φωτεινές εξαιρέσεις, δηλαδή οι επιχειρήσεις εκείνες που στις έντονα ανταγωνιστικές παγκόσμιες αγορές αναζητούν να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα τους όχι μέσω χαμηλών τιμών στο πλαίσιο του «φασόν και χύμα», αλλά μέσω της προσπάθειας κατανόησης και ικανοποίησης των αναγκών των πελατών στην παγκόσμια αγορά, διαθέτοντας ποιοτικά και επώνυμα προϊόντα με υψηλή προστιθέμενη αξία και για τις ίδιες και για τους πελάτες τους».

Από την πλευρά του καταναλωτικού κοινού, πολλοί συνδέουν το σήμα με την έννοια του καταναλωτικού εθνικισμού και την άρνηση αγοράς εισαγόμενων προϊόντων. Αυτή η τάση ενισχύεται μέσω συστηματικής καμπάνιας στα Μέσα ενημέρωσης και τα social media και προωθείται άμεσα ή έμμεσα από εθνικές και διεθνείς πολιτικές (προστατευτισμός, δασμοί κλπ).

Σύμφωνα με μελέτη του Shankarmahesh τα διαφορετικά οικονομικά περιβάλλοντα δημιουργούν στο κοινό διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι στα εισαγόμενα προϊόντα. Όπως υποστηρίζουν οι Durvasula, Andrews, και Netemeyer, υπάρχουν δύο είδη οικονομικού περιβάλλοντος, στα οποία μπορεί εξίσου να βρει πρόσφορο έδαφος ο καταναλωτικός εθνικισμός: το πρώτο διαμορφώνεται σε μια χώρα, η οποία ακόμα αναπτύσσεται και χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη από τους καταναλωτές / πολίτες της για να ενισχυθεί η εγχώρια αγορά. Το δεύτερο, αφορά σε μια τοπική οικονομία, η οποία όμως είναι αρκετά ισχυρή και μπορεί να προσφέρει διάφορα είδη προϊόντων με ανταγωνιστικούς όρους σε σχέση με τα εισαγόμενα.

Το «made in» έχει τη δική του ιστορία…

H ετικέτα made in εμφανίστηκε πρώτη φορά στη Μεγάλη Βρετανία το 1887 ως «made in Germany» με αρχικό στόχο την υποβάθμιση των γερμανικών προϊόντων που εισάγονταν στη χώρα αλλά επέφερε τα αντίθετα αποτελέσματα και θεωρήθηκε τελικά συνώνυμο της ποιότητας. Το 1891 οι διεθνείς κανονισμοί δεσμεύουν τα κράτη να υιοθετήσουν την ένδειξη «made in» ενώ το 1999 οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν την ετικέτα αυτή για να βοηθήσουν το καταναλωτικό κοινό να ξεχωρίσει τα αμερικάνικα από τα μη αμερικάνικα προϊόντα (Calderwood 1999). Το 1994 μετά τον γύρο της Ουρουγουάης (Uruguay Round) και ύστερα από τη δημιουργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (WTO), ορίζεται ότι η επισήμανση της χώρας προέλευσης δεν θα έπρεπε να λειτουργεί εις βάρος των εξαγωγών ορισμένων χωρών και να δημιουργεί στρεβλώσεις στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές και σταδιακά καταργήθηκε.

Στην Ελλάδα η σήμανση «made in» δεν εμφανιζόταν συστηματικά στις συσκευασίες των προϊόντων μέχρι το 2013 οπότε επέστρεψε ως προσπάθεια ενίσχυσης της ελληνικής οικονομίας και ανασυγκρότησης του παραγωγικού μοντέλου.

Εφαρμογή Android για made in Greece προϊόντα

Μια νέα εφαρμογή Android δίνει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να εντοπίζουν τα ελληνικά προϊόντα. Μέσω της σάρωσης του barcode που υπάρχει στη συσκευασία, ο χρήστης λαμβάνει πληροφόρηση για το αν το προϊόν είναι ελληνικό καθώς και εναλλακτικές λύσεις προϊόντων που είναι ελληνικά και ανήκουν στις κατηγορίες που τον ενδιαφέρουν.