Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) πραγματοποίησε ένα σημαντικό βήμα προόδου για την καταπολέμηση της ελονοσίας με την προέγκριση της πρώτης θεραπείας που αναπτύχθηκε ειδικά για νεογέννητα και βρέφη βάρους από δύο έως πέντε κιλά.
Η προέγκριση συνεπάγεται ότι το φάρμακο πληροί τα διεθνή πρότυπα ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας και θα βοηθήσει στην επέκταση της πρόσβασης σε θεραπεία σε μία από τις πιο υποεξυπηρετούμενες ομάδες ασθενών, εκεί όπου καταγράφονται και οι μεγαλύτερες ανισότητες.
Η νέα προεγκεκριμένη θεραπεία, artemether-lumefantrine, (αρτεμεθέρας-λουμεφαντρίνη), είναι το πρώτο ανθελονοσιακό σκεύασμα που έχει σχεδιαστεί ειδικά για νεογέννητα και βρέφη. Μέχρι σήμερα, τα βρέφη που είχαν προσβληθεί από ελονοσία λάμβαναν θεραπεία με σκευάσματα που προορίζονται για μεγαλύτερα παιδιά, γεγονός που ενέχει κινδύνους σφαλμάτων στη δοσολογία, παρενεργειών και τοξικότητας για τους λιλιπούτειους ασθενείς.
Η προεγκεκριμένη θεραπεία του ΠΟΥ συμβάλλει στην κάλυψη ενός μακροχρόνιου «κενού» θεραπείας για περίπου 30 εκατομμύρια μωρά που γεννιούνται κάθε χρόνο σε περιοχές της Αφρικής όπου η ελονοσία είναι ενδημική.
«Για αιώνες, η ελονοσία στερεί τα παιδιά από τους γονείς τους, καθώς και την υγεία, τον πλούτο και την ελπίδα από τις κοινότητες. Αλλά σήμερα, η ιστορία αλλάζει. Νέα εμβόλια, διαγνωστικά τεστ, κουνουπιέρες επόμενης γενιάς και αποτελεσματικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι προσαρμοσμένα για τους νεότερους ηλικιακά ανθρώπους, βοηθούν στην ανατροπή της κατάστασης. Ο τερματισμός της ελονοσίας στη ζωή μας δεν είναι πλέον άπιαστο όνειρο αλλά αποτελεί δυνατότητα, που θα γίνει πράξη με διαρκή πολιτική και οικονομική δέσμευση. Τώρα μπορούμε. Τώρα πρέπει» δήλωσε ο Δρ. Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ.
Νέα rapid tests ενισχύουν τη φαρέτρα
Πριν από 10 ημέρες, ο ΠΟΥ προενέκρινε επίσης τρία νέα τεστ ταχείας διάγνωσης (RDT) που έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση αναδυόμενων διαγνωστικών προκλήσεων για την ελονοσία. Τα πιο συνηθισμένα τεστ RDT για την ελονοσία, που προκαλείται από το παράσιτο P. falciparum λειτουργούν ανιχνεύοντας την πρωτεΐνη HRP2.
Ωστόσο, βάσει ερευνών σε 46 χώρες, ορισμένα στελέχη του παρασίτου της ελονοσίας έχουν χάσει το γονίδιο που παράγει αυτήν την πρωτεΐνη, με συνέπεια να καθίστανται «αόρατα» στα τεστ RDT που βασίζονται στην HRP2, οδηγώντας σε ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα. Σε χώρες στο Κέρας της Αφρικής, έως και 80% των περιστατικών ελονοσίας δεν εντοπίζονται με τα παλαιότερου τύπου τεστ, οδηγώντας σε καθυστερημένη θεραπεία, σοβαρή νόσηση, ακόμη και θάνατο.
Τα νέα τεστ αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα στοχεύοντας σε μια διαφορετική πρωτεΐνη του παρασίτου (pf-LDH) την οποία το παράσιτο της ελονοσίας δεν μπορεί εύκολα να αποβάλει. Συνεπώς, παρέχουν μια αξιόπιστη, ποιοτικά εγγυημένη εναλλακτική λύση σε περιπτώσεις όπου τα τεστ που βασίζονται στην πρωτεΐνη HRP2 αποτυγχάνουν. Ο ΠΟΥ συνιστά πλέον στις χώρες που η ελονοσία είναι ενδημική να στραφούν στα νέα τεστ όταν περισσότερο από το 5% των περιστατικών ελονοσίας «χάνονται».
Με την βοήθεια των νέων τεστ διασφαλίζεται η ακριβής διάγνωση και διαφυλάσσεται η πρόοδος που έχει κερδηθεί με κόπο στον έλεγχο της ελονοσίας, ειδικά για τις πιο ευάλωτες κοινότητες.
Σε ανοδική τροχιά τα κρούσματα και οι θάνατοι από ελονοσία, μετά το 2023
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση για την Ελονοσία του 2025, το 2024 καταγράφηκαν περίπου 282 εκατομμύρια κρούσματα και 610.000 θάνατοι, με τους αριθμούς αυτούς να υποδηλώνουν αύξηση σε σύγκριση με το 2023. Ενώ 47 χώρες έχουν πιστοποιηθεί ως απαλλαγμένες από ελονοσία και 37 χώρες ανέφεραν λιγότερα από 1.000 κρούσματα το 2024, η πρόοδος σε παγκόσμιο επίπεδο παραμένει σε στασιμότητα. Τα οφέλη διακυβεύονται λόγω πολλαπλών προκλήσεων, όπως η ανάπτυξη αντοχής στα φάρμακα, η ανάπτυξη αντοχής στα εντομοκτόνα, η διαγνωστική αποτυχία (με τα ψευδώς αρνητικά τεστ) και οι περικοπές στην χρηματοδότηση των προγραμμάτων υγείας.
Παρά τις προκλήσεις αυτές, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος, με εκτιμώμενη πρόληψη 2,3 δισεκατομμυρίων λοιμώξεων από ελονοσία και διάσωση 14 εκατομμυρίων ζωών παγκοσμίως από το 2000 έως και το 2025.
Επιπλέον, 25 χώρες χρησιμοποιούν πλέον εμβόλια κατά της ελονοσίας σε εμβολιασμούς ρουτίνας, προστατεύοντας εκατομμύρια παιδιά, ενώ τα προστατευτικά δίχτυα για τα κρεβάτια των βρεφών έχουν αντικατασταθεί σε ποσοστό 84% με κουνουπιέρες νέας γενιάς στις χώρες που η ελονοσία ενδημεί. Αυτές οι εξελίξεις καταδεικνύουν τι μπορούν να πράξουν όλοι οι εταίροι όταν συνεργάζονται με στόχο την εξάλειψη της ελονοσίας. Χάρη σε αυτές τις νέες προσθήκες στην ιατρική φαρέτρα, ο ΠΟΥ ανανεώνει τη δέσμευσή του για τον τερματισμό της ελονοσίας που αποτελεί διεθνώς τη βασικότερη αιτία θανάτου σε παιδιά.