Νέα βρετανική μελέτη διαπιστώνει ότι οι ανεπιθύμητες σεξουαλικές προσεγγίσεις και οι σεξουαλικές επιθέσεις είναι πιο συχνές μεταξύ των νέων της Gen Z με την πλειονότητα των περιστατικών να καταγράφεται στην ηλικία των 23 ετών. Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης ερευνητών του University College London, 1 στις 4 νέες γυναίκες έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση και μία στις επτά έχουν υποστεί συναισθηματική κακοποίηση από τον σύντροφό τους.
Συνολικά το 11% (μια στις δέκα) των νέων γυναικών έχουν βιώσει σεξουαλική παρενόχληση ή συναισθηματική κακοποίηση μέσα στον τελευταίο χρόνο. Η επικεφαλής συγγραφέας, Δρ. Άσι Βίλαντσεν από το Κέντρο Διαχρονικών Μελετών του UCL, εξήγησε: «Αυτά τα πρόσφατα ευρήματα από τη γενιά Ζ στην ηλικία των 23 ετών σκιαγραφούν μια ανάμεικτη εικόνα των εμπειριών των νεαρών ενηλίκων σε θέματα εγκληματικότητας, επίθεσης και κακοποίησης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι πρώτες επαφές με το δικαστικό σύστημα ή οι εμπειρίες θυματοποίησης μπορούν να έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στις ευκαιρίες των νέων ενηλίκων στη ζωή, διαμορφώνοντας την υγεία, την ψυχική υγεία και την ευημερία τους, καθώς και την εκπαίδευση και την απασχόλησή τους».
Ερευνητές από το Κέντρο Διαχρονικών Μελετών του UCL ανέλυσαν δεδομένα από 10.000 άτομα που γεννήθηκαν σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο την περίοδο 2000-02 και συμμετέχουν στη Διαχρονική Μελέτη της Χιλιετίας. Στην ηλικία των 23 ετών, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες στη μελέτη να αναφέρουν τις εμπειρίες τους από το έγκλημα και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, καθώς και αν είχαν πέσει ποτέ θύματα επίθεσης, κακοποίησης ή βίας. Οι συγγραφείς της μελέτης συνέκριναν αυτά τα δεδομένα με προηγούμενες αναφορές που ελήφθησαν στην ηλικία των 17 ετών.
Τα ευρήματα για τη θυματοποίηση
Μια στις έξι νέες γυναίκες ανέφερε ανεπιθύμητες σεξουαλικές προσεγγίσεις (16%) και μια στις 20 βίωσε σεξουαλική επίθεση (5%) στην ηλικία των 23 ετών. Συνολικά μια στις 10 νέες γυναίκες είχε μια τέτοια εμπειρία με τις νέες που δεν φοιτούσαν στο πανεπιστήμιο να έχουν διπλάσιες πιθανότητες να βιώσουν ανεπιθύμητη σεξουαλική προσέγγιση από τους συνομηλίκους τους που σπούδαζαν (22% έναντι 11%). Αντίστοιχα το 20% των νέων ανδρών ηλικίας 23 ετών ανέφερε ότι έχει συλληφθεί από την αστυνομία κάποια στιγμή στη ζωή του. Συνολικά ένας στους δέκα 23χρονους είχε λάβει προειδοποίηση από την αστυνομία ή είχε συλληφθεί.
Διαφοροποιήσεις ανά φύλο
Οι συγγραφείς της μελέτης διαπίστωσαν ότι οι εμπειρίες εγκληματικότητας, επίθεσης και κακοποίησης ποικίλλουν για διαφορετικές ομάδες. Οι άνδρες ήταν σημαντικά πιο πιθανό να εμπλακούν σε εγκληματικές δραστηριότητες και να έχουν περισσότερες αλληλεπιδράσεις με την ποινική δικαιοσύνη από τις γυναίκες. Στον αντίποδα, οι γυναίκες ήταν πιο πιθανό να βιώσουν ανεπιθύμητες σεξουαλικές προσεγγίσεις, σεξουαλική επίθεση, βία και συναισθηματική κακοποίηση από έναν σύντροφο.
Το μορφωτικό υπόβαθρο των ατόμων συνδεόταν στενά με τις εμπειρίες τους από εγκληματικότητα και θυματοποίηση. Τα άτομα που δεν είχαν φοιτήσει στο πανεπιστήμιο ήταν πιο πιθανό να έχουν λάβει προειδοποίηση ή να έχουν συλληφθεί από την αστυνομία και να έχουν εμφανιστεί στο δικαστήριο. Ήταν επίσης πιο πιθανό να έχουν δεχθεί επίθεση και να έχουν βιώσει βία από τον σύντροφό τους.
Η Δρ. Βίλαντσεν πρόσθεσε: «Οι έντονες διαφοροποιήσεις των ευρημάτων ανά φύλο, εκπαίδευση και περιοχή κατοικίας υποδηλώνουν επίμονες ανισότητες που πρέπει να έχουν κατά νου οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής. Τα ποσοστά οπλοφορίας και επίθεσης με όπλο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλά μεταξύ των ομάδων που τείνουν να προέρχονται από πιο μειονεκτικά κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα. Επίσης είναι ανησυχητικό το γεγονός πως η ανεπιθύμητη σεξουαλική παρενόχληση και η σεξουαλική επίθεση έχουν γίνει πολύ πιο συχνές, ειδικά για τις γυναίκες. Αυτές οι ανισότητες εγείρουν ερωτήματα σχετικά με τη δικαιοσύνη, την πρόληψη και την επάρκεια των υφιστάμενων πολιτικών και συστημάτων υποστήριξης. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι επαγγελματίες θα πρέπει να εξετάσουν πώς οι παρεμβάσεις μπορούν να προσαρμοστούν καλύτερα στις διαφορετικές ομάδες».
Σε αυτό το πλαίσιο η Βρετανική κυβέρνηση σχεδίασε την παρέμβαση «Ασφαλέστεροι Δρόμοι» - η οποία στοχεύει στη μείωση κατά το ήμισυ των επιθέσεων στους δρόμους μέσα σε μια δεκαετία, ενώ τον ίδιο στόχο (υποδιπλασιασμό των περιστατικών) έχει η Βρετανική εθνική στρατηγική για τη βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών.